Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση

το "Ξ" στα social media

RSS-FeedyoutubepicasaΞεκίνημα στο twitterfacebook


19/07/2015

Εισήγηση του Σ. Σεφεριάδη στη σύσκεψη της 17ης Ιουλίου (βίντεο)

Κατηγορία: Αριστερά, Εκδηλώσεις, Πολιτική

 

 

  

Βίντεο από την εισηγητική τοποθέτηση του Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδη, Αναπληρωτή Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στη σύσκεψη που οργάνωσαν φορείς και προσωπικότητες της Αριστεράς στις 17 Ιουλίου στο κήπο της Τσαμαδού στα Εξάρχεια. Το βίντεο τράβηξε ο σύντροφος Άγγελος Καλοδούκας. 

 

- Διαβάστε το κάλεσμα στη σύσκεψη και τις αρχικές υπογραφές εδώ


- Διαβάστε ρεπορτάζ για τη σύσκεψη εδώ

- Δείτε βίντεο με την εισηγητική ομιλία του Σ. Κουβελάκη εδώ

Πρωτοβουλία 17 Ιούλη -Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης from www.aformi.gr on Vimeo.

 

Παραθέτουμε στη συνέχεια και το κείμενο της ομιλίας του Σ. Σεφεριάδη


Καλωσορίζοντας όλες και όλους, θέλω καταρχάς να σας ευχαριστήσω για την παρουσία σας σ’ αυτή την ελπιδοφόρα συνάντηση. Και ξεκινώ με την έννοια αυτή, την ελπίδα, διότι στις περιστάσεις που βιώνουμε αποτελεί παράγοντα εξαιρετικά σημαντικό· αποτελεί –χωρίς αμφιβολία– προϋπόθεση για οτιδήποτε άλλο.


Ποιες είναι αυτές οι περιστάσεις, όλοι το γνωρίζουμε. Βιώνουμε την υποταγή –την άτακτη θα έλεγα υποταγή και την ποιοτική πολιτική μετάλλαξη– μιας κυβέρνησης που το προηγούμενο διάστημα ακούμπησαν πάνω της τα λαϊκά στρώματα, οι εργαζόμενοι και τα κινήματα, αναδεικνύοντάς την στην εξουσία με πρωτοφανή εμπιστοσύνη και δύναμη –μια δύναμη που φάνηκε πρώτα στα μεγάλα αυθόρμητα συλλαλητήρια του ΟΥΤΕ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ!, και, βεβαίως, πρόσφατα, στο δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη: στο συγκλονιστικό 62% ΟΧΙ ΣΤΗ ΛΙΤΟΤΗΤΑ, που πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες συντονισμένης μιντιακής τρομοκρατίας, με πιστωτική ασφυξία και τις τράπεζες κλειστές, ενάντια σε όλες τις δυνάμεις του συστήματος, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.


Για το ΟΧΙ που η κυβέρνηση διαχειρίστηκε σαν να ήταν ΝΑΙ –αυτή την πράγματι πρωτοφανή δημοκρατική παραχάραξη– έχουν ήδη γραφτεί και ειπωθεί πάρα πολλά, και δεν χρειάζεται να επεκταθώ, ειμή μόνο για να υπογραμμίσω το μέγεθος του τραύματος  που προκάλεσε: πρόκειται ίσως για την πιο οδυνηρή έκφανση του δόγματος του ΣΟΚ –ένα πράγματι καταπληξιακό πλήγμα στο σώμα της κοινωνίας σαν κι αυτά τα οποία περιγράφει η Κλάιν, με τη διαφορά ότι αυτό ήρθε από τα μέσα, από τις γραμμές της ίδιας της Αριστεράς, εκθέτοντας, πληγώνοντας και απειλώντας να παραλύσει τα αντανακλαστικά όχι μόνο της κοινωνίας γενικά, αλλά και πολλών ανιδιοτελών αγωνιστών της βάσης (ανθρώπων σαν κι εμάς), μέσα, έξω και γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ, που όλα τα τελευταία χρόνια πάλεψαν, στήριξαν και οραματίστηκαν έναν άλλο δρόμο, έναν Άλλο κόσμο –που, όμως, παρά και κόντρα στις περιστάσεις, ήταν και παραμένει εφικτός.


Εκφράζοντας αυτή την ανησυχία, δε θέλω βέβαια να υποτιμήσω ούτε τη βαθειά κατανόηση που έχουν οι πρωτοπόροι του κινήματος, ούτε και τα τεράστια αποθέματα της λαϊκής μαχητικότητας. Η κοινωνία αντιστέκεται!  Ό,τι και να κάνουν οι κυρίαρχοι, ό,τι κι αν μηχανευτούν, στο βαθμό που το σύστημά τους δεν έχει παρά να δώσει φτώχεια, βία και αδιέξοδα, δεν μπορούν ποτέ να κοιμούνται ήσυχοι. Όμως θα ήταν εξίσου λάθος αν υποτιμούσαμε τις οδυνηρές επιπτώσεις του πολιτικού κενού που προκύπτει από την απότομη, άτακτη και, για τον περισσότερο κόσμο, αναπάντεχη υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ.


Τίποτε, ως γνωστόν, δε μένει κενό στον κόσμο –τόσο τον ανθρώπινο, όσο και ευρύτερα τον φυσικό. Αν όμως το σημερινό πολιτικό κενό δεν καλυφθεί γρήγορα και πειστικά από τις δυνάμεις που οραματίζονται την ανθρώπινη χειραφέτηση, δηλαδή από τις δυνάμεις της Αριστεράς, τότε απειλείται η κυοφορία τερατογενέσων –αυτό είναι μια βιωμένη ιστορική κανονικότητα, είναι η ιστορία της ανόδου του φασισμού, η ιστορία της επιβολής δικτατοριών, η ιστορία όλων σχεδόν των μαύρων σελίδων στην πρόσφατη ιστορία. Πρόκειται, λοιπόν,  για μια εξαιρετικά κρίσιμη καμπή, όχι μόνο για το ελληνικό, αλλά και για το διεθνές κίνημα. Διότι, ας μην έχουμε καμιά αμφιβολία, τις εξελίξεις στην Ελλάδα τις παρακολουθεί συγκλονισμένο ολόκληρο το διεθνές κίνημα –όλοι όσοι, σε εκατοντάδες πόλεις στην Ευρώπη και πέρα απ’ αυτή, εμπνεύστηκαν και κινητοποιήθηκαν με αφορμή την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, και τώρα βρίσκονται και αυτοί, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, απογοητευμένοι, προβληματισμένοι, μετέωροι…


Αυτή η διττή κατανόηση –από τη μια των μεγάλων κινδύνων που εμφιλοχωρούν στο τραυματικό σοκ, και από την άλλη των μεγάλων μας δυνατοτήτων, της διαχρονικής ισχύος του συνθήματος Ένας Άλλος Κόσμος Είναι Εφικτός– αυτή η κατανόηση είναι που καθοδηγεί την αποψινή μας συνάντηση.


Όπως αναφέρεται και στο κείμενο το οποίο κυκλοφορήσαμε, πρόκειται για κάλεσμα που, στηριγμένο στο 62% της ρήξης, απευθύνεται σε κάθε αριστερή και αριστερό που κατανοεί

  • τα αδιέξοδα της στρατηγικής του «καλού ευρώ»

  • της διολίσθησης σε αταξικά εθνομετωπικά σχήματα, και

  • της υποταγής σε ένα σκεπτικό που εκλαμβάνει την «ανάπτυξη» ως συνάρτηση της αέναης συρρίκνωσης των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων.

Και περαιτέρω διατυπώνει την άποψη ότι όλες και όλοι οι αγωνιστές της βάσης, όλες οι τοπικές και συνδικαλιστικές πρωτοβουλίες και όλες οι οργανωμένες δυνάμεις που, είτε εντός είτε εκτός ΣΥΡΙΖΑ, το προηγούμενο διάστημα αγωνίστηκαν για την προάσπιση και επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων χρειάζεται άμεσα να συναντηθούν. Θέλουμε άμεσα τώρα και σε ό,τι θα επακολουθήσει από αυτή την πρώτη μας επαφή,

  • να καταγράψουμε την πολιτική μας παρουσία με θετικό πρόσημο,

  • να καταθέσουμε το βασικό σκεπτικό που όλους μας ενώνει, και

  • να συσκεφθούμε για όλα τα βήματα που απαιτούνται στο αμέσως επόμενο διάστημα.

Δε θέλω να μακρηγορήσω –άλλωστε η συζήτηση προβλέπεται ιδιαίτερα πλούσια, και σ’ αυτήν κυρίως αποσκοπούμε απόψε. Επιτρέψτε μου όμως να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις που νομίζω ότι απασχολούν μεγάλο τμήμα της βάσης, αλλά και πολλά στελέχη των κινημάτων, των τοπικών πρωτοβουλιών και των αριστερών οργανώσεων που σήμερα βρίσκονται κοντά μας.

Μήπως η κίνηση είναι πρόωρη;

Αναφέρθηκα  προηγουμένως στην ανάγκη να καταθέσουμε το πολιτικό μας σκεπτικό με τρόπο ρητό και θετικό. Όμως μπορεί κάποιος να διατηρεί επιφυλάξεις με το ακόλουθο σκεπτικό: να λέει, πχ., Ναι, η κυβέρνηση έχει εισηγηθεί ένα νέο βαρύ Μνημόνιο· Ναι, κάνοντάς το έχει εγκαταλείψει όχι μόνο το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, αλλά και βασικές προγραμματικές αρχές του ΣΥΡΙΖΑ, όμως –βρε παιδί μου– ακόμα κι αν δεν υπερβάλλουμε (και κάθε λεπτό που περνάει γίνεται σαφές πως κάθε άλλο παρά υπερβάλλουμε)  μήπως βιαζόμαστε; Άλλωστε οι συνθήκες είναι ακόμα ρευστές. Θέλω πρώτα απ’ όλα να πω ότι πρόκειται για εύλογες επιφυλάξεις που απορρέουν από δυο κατά τη γνώμη μου πρότερες σκέψεις.

Η πρώτη δεν είναι άλλη από την άποψη ότι Μνημόνιο ή όχι, καλύτερα να έχουμε μια κυβέρνηση Τσίπρα (δε θα εξακολουθούσα να λέω κυβέρνηση της Αριστεράς), παρά μια κυβέρνηση άλλων. Με όλες τους τις ανεπάρκειες, καλύτερα δηλαδή ο Πανούσης, παρά ο Δένδιας, καλύτερα ο Σκουρλέτης παρά ο Βρούτσης, καλύτερα ο Τσακαλώτος παρά ο Χαρδούβελης. Εξ ου, ίσως, και η στάση πολλών βουλευτών στην Κ.Ο., που υποστηρίζει «καταψηφίζω μεν το Μνημόνιο, στηρίζω όμως την κυβέρνηση, δεν την αμφισβητώ» όπως λέχτηκε… Αυτή είναι η πρώτη σκέψη.

Η δεύτερη –συναφής, αλλά διαφορετική– είναι ότι, παρά το Μνημόνιο, η κυβέρνηση αυτή, η κυβέρνηση Τσίπρα θα τα καταφέρει να κάνει κάποια πράγματα –ίσως λίγα, ίσως σαφώς υποδεέστερα των λαϊκών προσδοκιών, όμως κάποια πράγματα θα τα κάνει. Άρα, ας μη βιαζόμαστε…

Ας αρχίσω απ’ το δεύτερο –διότι τα πράγματα είναι εδώ εξαιρετικά απλά και ξεκάθαρα. Θα καταφέρει λοιπόν η κυβέρνηση να διατηρήσει ένα, έστω περιορισμένο φιλολαϊκό πρόσωπο; Και πρέπει κανείς να πει απερίφραστα όχι! Για έναν πάρα πολύ απλό λόγο: διότι η υλοποίηση του Μνημονίου δεν αφήνει κανένα, απολύτως κανένα περιθώριο. Όσο διακαώς και να το επιθυμεί κανείς, φιλολαϊκή πολιτική με Μνημόνιο δε γίνεται. Τελεία και παύλα! (Και σκεφτείτε εδώ το νέο ΤΑΙΠΕΔ που ελέγχεται απευθείας από την Τρόικα, σκεφτείτε ουσιαστικό προαπαιτούμενο κάθε νομοθεσίας είναι η έγκριση της Τρόικας!) Αυτό που, αντίθετα θα έχουμε, θα είναι παραγωγική ερήμωση, νέα βαθειά ύφεση, επίταση της ανθρωπιστικής κρίσης –περισσότερη ανεργία, φτώχεια και κοινωνική περιθωριοποίηση. Νέα μεγαλύτερα δράματα στην υγεία, την παιδεία την ασφάλιση…


Αυτό όμως με πάει πίσω στην πρώτη επιφύλαξη –στο μήπως, και έτσι, είναι καλύτερο να έχουμε τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση; Τον προβληματισμό, δηλαδή, ότι ρητά καταθέτοντας μια εναλλακτική ενδεχομένως υπονομεύουμε μια –τέλος πάντων– κατάκτηση του λαϊκού κινήματος, όσο κουτσουρεμένη και ισχνή κι αν είναι αυτή. Όσοι βέβαια είδαν τις κλούβες περιμετρικά του Συντάγματος στην κινητοποίηση της 15ης Ιούλη, ξέρουν ήδη την απάντηση –και ο περισσότερος κόσμος, επισήμανα ήδη, βρίσκεται σε μια κατάσταση σοκ. Όμως ακόμα και όσοι σήμερα μπορεί να διατηρούν αυταπάτες, αρνούμενοι να πιστέψουν ότι πράγματι επήλθε μπροστά στα μάτια τους μια ποιοτική πολιτική μετάλλαξη, σκεφτείτε πώς θα είναι σε λίγες εβδομάδες (ή και μέρες), όταν

  • θα διαπιστώσουν πως δε μπορούν να τα βγάλουν πέρα,

  • όταν τα χρήματα που θα μπορούν να πάρουν από τις ανοιχτές πλέον τράπεζες, δε θα φτάνουν για ένα επαρκές γεύμα γι αυτούς και τα παιδιά τους,

  • όταν και πάλι θα δουν ότι κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους.

Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι τότε θα επέλθει πλήρης και απόλυτη κατάρρευση της κυβερνητικής δημοφηλίας –αντίστοιχη ή και μεγαλύτερη αυτής που υπέστη ο αλήστου μνήμης ΓΑΠ.

Όμως αυτή η φθορά δεν θα είναι φθορά της Αριστεράς και των ιδεών της Αριστεράς –θα είναι, ίσα-ίσα, φθορά του ακριβώς αντίθετου:

  • της στρατηγικής του «καλού ευρώ»·

  • της άποψης ότι το θηρίο μπορεί να μεταρρυθμιστεί από τα μέσα·

  • της στρατηγικής που καταλήγει στην ενσωμάτωση.

Κι αυτή την καταστρεπτική φθορά δεν θα πρέπει με κανέναν τρόπο να αφήσουμε να την χρεωθεί η Αριστερά!

Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, για να μην συμβεί αυτό (που, αν συμβεί θα είναι μοιραίο) η Αριστερά των ιδεών, των αγώνων και των κινημάτων οφείλει, εδώ και τώρα, ρητά να διαχωρίσει τη θέση της.

Πώς προχωρούμε;

Είναι όμως σαφές ότι η απλή λεκτική διατύπωση αυτής της αναγκαιότητας δεν αρκεί. Δεν αρκεί να το λέμε, πρέπει και να το κάνουμε. Και για να το κάνουμε με επιτυχία υπάρχουν ορισμένες κρίσιμες προϋποθέσεις.

Αναλογιζόμενος, για το σκοπό αυτό, την εμπειρία του εργατικού και λαϊκού κινήματος, σταχυολογώ και θέλω να μοιραστώ μαζί σας 3 διαστάσεις που, συνυπολογίζοντάς τες, ως αντικειμενικούς παράγοντες αλλά και ως υποκειμενικές προκλήσεις (ως στοιχήματα που πρέπει να κερδίσουμε –και δεν δικαιούμαστε να χάσουμε) μπορούμε, πιστεύω, να είμαστε αισιόδοξοι.


Αφορούν κατά σειρά (α) τη χρονική στιγμή εκδήλωσης πρωτοβουλιών όπως η δική μας –το χρονισμό τους, αυτό που λέμε timing· (β) την υφή και το χαρακτήρα της προγραμματικής τους βάσης· και (γ) τα οργανωτικά χαρακτηριστικά που καλούνται να εκλάβουν –και που, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι ταυτόχρονα και πολιτικά.


Στο υπόλοιπο της τοποθέτησής μου, επιτρέψτε μου να αναφερθώ επιγραμματικά σε κάθε μια από αυτές τις διαστάσεις. Θα τις πάρω με τη σειρά που τις ανέφερα.

  • Πρώτα, ο παράγοντας «χρόνος» που είναι και ο πιο εύκολος να προσεγγιστεί. Διότι, αν τώρα, στην πιο δραματική στιγμή της πολιτικής μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ δεν εκδηλωθεί η εναλλακτική φωνή, δε θα εκδηλωθεί ποτέ –ή, εν πάση περιπτώσει, και για να χρησιμοποιήσω το γνωστό σύνθημα αν όχι τώρα, πότε;  Ίσα-ίσα, αν καθυστερήσουμε, ελλοχεύει ο κίνδυνος όσοι με αγωνία παρακολουθούν τις εξελίξεις σήμερα, αύριο να έχουν ήδη αποστρέψει το βλέμμα τους, χωρίς ελπίδα και προσδοκίες.

  • Ο δεύτερος παράγοντας είναι, όπως προανέφερα, ο προγραμματικός. Δε χρειάζεται βέβαια να πει κανείς πόσο εξαιρετικά σημαντικός είναι –για την ακρίβεια αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζονται όλα τα άλλα. Γι αυτό και στο κάλεσμα που απευθύναμε τονίζουμε ορισμένες βασικές προγραμματικές αρχές που, αν λείπουν, τότε τίποτε δε γίνεται να προχωρήσει.

(Και θέλω να πω εδώ, παρεμπιπτόντως, ότι είναι η προγραμματική ανεπάρκεια της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, κι όχι κάποιο ηθικό έλλειμμα που την οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα –κι αυτή η διαδικασία έχει ήδη προσλάβει ένα χαρακτήρα που φέρνει στο νου, χωρίς την παραμικρή υπερβολή, μοτίβα αρχαίας τραγωδίας.)

Είναι λοιπόν απαραίτητο επιγραμματικά να επισημάνω αυτές τις αρχές, οι οποίες βασικά συνίστανται

  • στο ζήτημα της στάσης πληρωμών στο επονείδιστο χρέος, και

  • στο ζήτημα της δυνατότητας της κοινωνίας να ανασυνταχθεί με την προϋπόθεση ότι θα προβούμε σε

άμεση εθνικοποίηση των τραπεζών

δρομολόγηση της μετάβασης σε εθνικό νόμισμα

έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου και

- μέτρα για το σχεδιασμό της παραγωγής σε συνδυασμό με έλεγχο των στρατηγικών τομέων της οικονομίας.

Δε στέκομαι με περισσότερη λεπτομέρεια, πρώτον γιατί δεν επαρκεί ο χρόνος, και δεύτερον γιατί στους βασικούς άξονες, οι περισσότεροι που είμαστε εδώ έχουμε ήδη κάνει επεξεργασίες και γνωρίζουμε πως σε πολύ μεγάλο βαθμό συμφωνούμε. Αυτό οδηγεί στον τρίτο παράγοντα που θέλω να θίξω, τον οργανωτικό, αλλά προτού πάω εκεί, επιτρέψτε μου να πω μια κουβέντα γι αυτό που προηγουμένως περιέγραψα ως «υφή και χαρακτήρα» αυτής της γενικά κοινής προγραμματικής μας βάσης. Κι η κουβέντα δεν είναι παρά δυο και μόνο λέξεις: μεταβατικό πρόγραμμα ή μεταβατικά αιτήματα. Το επισημαίνω για να υπενθυμίσω το προφανές, ότι δεν έχει μόνο σημασία Τι λέει κανείς, αλλά και πώς το λέει –που συναρτάται βέβαια άμεσα με το επίπεδο κάθε φορά της συνείδησης των ανθρώπων στους οποίους απευθυνόμαστε: Δεν αρκεί δηλαδή να προβάλλουμε τις σωστές θέσεις, πρέπει κάθε φορά και να τις καθιστούμε ικανές να απαντούν με τρόπο απτό και συγκεκριμένο στα ερωτήματα και τις αγωνίες των ανθρώπων που μας ακούν προχωρώντας έτσι και τη συνείδησή τους. Για να πω ένα γρήγορο παράδειγμα, το σύνθημα «έλεγχος του εξωτερικού εμπορίου» δεν προηγείται αλλά ακολουθεί την ανάλυση που εξηγεί ότι μόνον έτσι μπορούμε να διασφαλίσουμε την εισαγωγή φαρμάκων που σήμερα δεν μπορούμε να παραγάγουμε, κοκ…

Στον τομέα αυτό απαιτούνται επεξεργασίες και συνεργασία, όμως είμαι βέβαιος ότι καταλαβαίνετε τι ακριβώς θέλω να πω.

  • Τέλος υπάρχει η οργανωτική διάσταση. Είπα προηγουμένως ότι στις βασικές προγραμματικές αρχές –στον κεντρικό προσανατολισμό– όλοι όσοι είμαστε εδώ συμφωνούμε. Είναι μια εξέλιξη που την προκάλεσε η ίδια η πραγματικότητα: Οι αρχές της πραγματικής Αριστεράς, της αριστεράς της ρήξης, έχουν επιβεβαιωθεί από τα δραματικά αδιέξοδα του καπιταλιστικού συστήματος. Έχει πλέον γίνει σαφές ότι αυτά που προτείνουμε όχι μόνο μαξιμαλισμό δεν συνιστούν, αλλά –το ακριβώς αντίθετο– αποτελούν προϋπόθεση για την επιβίωση της κοινωνίας. Άρα ο μεταξύ μας συντονισμός και η ανάληψη κοινών δράσεων και πολιτικών πρωτοβουλιών αποτελεί καθήκον και αρνητικά (: διότι δεν υπάρχει λόγος να μη γίνεται) αλλά και θετικά (: διότι είναι απαραίτητο να γίνει) –που είναι βέβαια και το πιο σημαντικό.

Το σημερινό κάλεσμα γίνεται με όλα αυτά κατά νου. Θέλουμε την συμβολή κάθε αριστερής φωνής που συμφωνεί στο βασικό προγραμματικό πλαίσιο, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς καπελώματα, και με ανοιχτές διαδικασίες –δηλαδή δημοκρατικά.

Αυτό το τελευταίο –το «δημοκρατικά»– είναι εξαιρετικά κακοποιημένο (τελευταία και δραματικά βέβαια, από την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, που αγνοεί όχι μόνο την κοινωνία, αλλά και τα ίδια τα κομματικά όργανα), όμως σε πείσμα όλων αυτών, ήταν και παραμένει βασική παρακαταθήκη της Αριστεράς,  που ασφαλώς μας εναπόκειται να ενεργοποιήσουμε… Γιατί μόνο με πραγματική εσωτερική δημοκρατία, με σεβασμό και προσπάθεια σύνθεσης των διαφορετικών απόψεων, είναι δυνατόν να χτίσουμε στέρεους δεσμούς συντροφικότητας που θα έχουν προοπτική.

Άμεσα καθήκοντα

Ήδη φοβάμαι ότι μακρηγόρησα –γι αυτό επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω κάνοντας τρεις –κατά τη γνώμη μου εξαιρετικά κρίσιμες– λειτουργικές προτάσεις.

1. Η πρώτη αφορά τη δικτύωσή μας. Παρά το καλοκαίρι (που όμως, υπό το φως των εξελίξεων μόνο ράθυμο δεν προβλέπεται να είναι), πρέπει η αποψινή πρωτοβουλία να διαδοθεί με τη συγκρότηση επιτροπών –σε γειτονιές, σε χώρους δουλειάς, σε άλλες πόλεις, ει δυνατόν πανελλαδικά. Από μηνύματα που παίρνουμε, η διαδικασία αυτή έχει ήδη ξεκινήσει και πρέπει οπωσδήποτε να επιταθεί.

2. Για να γίνει το μάζεμα και ο συντονισμός όλης αυτής της δουλειάς, προτείνουμε –δεύτερον– τη δημιουργία ενός προσωρινού συντονιστικού στο οποίο μπορούν να συμμετέχουν οι αρχικοί υπογράφοντες, αλλά και όσοι άλλοι το επιθυμούν.

3. Ως αποτέλεσμα –τέλος– πρέπει να προετοιμάσουμε μια νέα πλατιά συνέλευση, τέλη Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου (ανάλογα και με τις εξελίξεις), όπου θα πρέπει πάρουμε τελικές αποφάσεις για την πορεία της Πρωτοβουλίας μας –θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε «Πρωτοβουλία 17 Ιούλη»– και να εκλέξουμε συντονιστικά όργανα.

 

Καταλήγοντας και ευχαριστώντας σας για την προσοχή σας, ας κλείσω με κάτι κατεξοχήν διαλεκτικό: ότι αυτή η δύσκολη, αυτή η δραματική μέρα, μπορεί και πρέπει με τις δράσεις και το συντονισμό μας να γίνει επίσης και ιστορική…