Hasta la Victoria Siempre !
Εισαγωγή
Μέσα στο 1996 και το 1997 εκδόθηκαν από διάφορους συγγραφείς πολλά βιβλία, μπροσούρες και άρθρα, για τον Ερνέστο Γκεβάρα, σε ανάμνηση της 30ης επετείου από την εκτέλεση του. Σε ολόκληρο τον κόσμο είναι βέβαια πιο γνωστός με το ψευδώνυμο "Τσε", ένα παρατσούκλι που του έβγαλαν οι συναγωνιστές του όταν ήτανε στο Μεξικό την 10ετία του 1950. Το "Τσε" είναι ένα πολύ διαδεδομένο παράνομα στην Αργεντινή την χώρα που γεννήθηκε. Το 1997, πολλοί νεολαίοι στην Λατινική Αμερική και στην Ευρώπη άρχισαν να φοράνε μπλουζάκια με τον Γκεβάρα και να κολλάνε στα σπίτια τους αφίσες με το πορτραίτο του.
Διάφοροι κυνικοί και επιπόλαιοι φιλοκαπιταλιστές δημοσιογράφοι προσπάθησαν να υποβαθμίσουν το νέο αυτό ενδιαφέρον για τον Τσε. Υποστήριξαν έτσι λαθεμένα ότι δεν είναι τίποτα άλλο από μια διάθεση να ταυτιστούν αυτοί οι νεολαίοι με το απελευθερωμένο στιλ ζωής που συνδέθηκε με τη 10ετία του 1960. Χωρίς αμφιβολία ο Τσε Γκεβάρα ασκεί μια ρομαντική έλξη σε πολλούς νεολαίους, που θέλουν να προβάλλουν κι αυτοί την εικόνα του "επαναστάτη".
Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το ανανεωμένο αυτό ενδιαφέρον για τον Γκεβάρα, αντανακλά την έλξη που πάντα είχε, σ' αυτούς που αναζητάνε ένα τρόπο για ν' αλλάξουν την κοινωνία και να βάλουν τέλος στην εκμετάλλευση του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Ο Τσε και η Κούβα, αποτελούν για πολλούς ένα σύμβολο αντίστασης. Την ίδια ώρα, αυτό που εκφράζει η μεγάλη απήχηση που έχει ο Τσε Γκεβάρα στη νέα γενιά είναι η διάθεση αναζήτησης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών, που προσφέρουν την μόνη βιώσιμη εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό.
Γιατί όμως, η Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή (C.W.I.), εκδίδει αυτή τη μπροσούρα για τον Τσε και την Κούβα όταν έχουν ήδη γραφτεί τόσα πολλά διεθνώς;
Εκτός από πολλά ειρωνικά και επιφανειακά άρθρα σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, τον τελευταίο καιρό εκδόθηκαν και ορισμένα σοβαρά βιβλία και βιογραφίες για τον Τσε. Για παράδειγμα, το βιβλίο "Τσε Γκεβάρα: Μια επαναστατική ζωή" από τον Αμερικάνο δημοσιογράφο και συγγραφέα Λη Άντερσον, είναι μια πολύ καλογραμμένη βιογραφία. Το ίδιο ισχύει και με την βιογραφία "Ερνέστο Γκεβάρα, ο γνωστός επίσης σαν Τσε" του Μεξικανού συγγραφέα Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο, (διαθέσιμη μόνο στα ισπανικά). Ωστόσο, παρά την πολύχρονη έρευνα που έκαναν αυτοί οι συγγραφείς, τα έργα τους αναπόφευκτα έχουν μια σημαντική έλλειψη. Δεν βγάζουν τα πολιτικά συμπεράσματα από την συμβολή του Τσε στο επαναστατικό κίνημα, έτσι ώστε τα μαθήματα αυτά να ενισχύσουν το σημερινό αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Βέβαια αυτοί οι συγγραφείς, παρά το γεγονός ότι κάνουν μια σημαντική συμβολή στην ιστοριογραφία, δεν μπορούσαν να φέρουν σε πέρας αυτό το καθήκον, γιατί οι ίδιοι δεν συμμετέχουν σήμερα στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και το χτίσιμο μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.
H C.W.Ι. εκδίδει λοιπόν αυτή την μπροσούρα για τον Τσε και την Κουβανική Επανάσταση του 1959 με στόχο να συμβάλει μ' αυτό τον τρόπο στο χτίσιμο μιας διεθνούς επαναστατικής σοσιαλιστικής οργάνωσης, που θα αγωνιστεί για να ανατρέψει τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Βέβαια η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ξανά με τον ίδιο τρόπο. Μπορούμε όμως να βγάλουμε πολύ σοβαρά μαθήματα από τους προηγούμενους αγώνες και τις επαναστάσεις, που να βοηθήσουν να έχει επιτυχία η σημερινή πάλη για τον σοσιαλισμό. Η Κουβανέζικη Επανάσταση πιο συγκεκριμένα και η συμβολή που είχε σ' αυτήν ο Τσε Γκεβάρα, έχει να προσφέρει σοβαρά διδάγματα στον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση, που ξεδιπλώνεται σήμερα ειδικά στην Λατινική Αμερική, την Αφρική, την Ασία και την Μέση Ανατολή.
Για να βγάλουμε όμως τα σωστά συμπεράσματα, δεν είναι αρκετό να παρακολουθήσουμε μόνον τα ιστορικά γεγονότα όπως συνέβηκαν, αλλά είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε και να συζητήσουμε τις ιδέες και τις μεθόδους που υιοθέτησαν οι κεντρικοί πρωταγωνιστές σ' αυτούς τους αγώνες. Αυτή λοιπόν η μπροσούρα είναι κύρια μια συμβολή στη συζήτηση πάνω στις εμπειρίες, τις ιδέες και τις μεθόδους του αγώνα που υιοθετήθηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης, στην οποία ο Τσε έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο, και δεν έχει στόχο ν' αποτελέσει μια πλήρη προσωπική βιογραφία του Τσε.
Έτσι, πολλές πτυχές της ζωής του, συμπεριλαμβανομένων και των δύο γάμων του, δεν εξετάζονται εδώ, παρά το γεγονός ότι τα προσωπικά ζητήματα παίζουν σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό ενός χαρακτήρα και επηρεάζουν την πολιτική του εξέλιξη. Επίσης δεν ήταν δυνατόν σ' αυτό το έργο ν' αναφερθούμε σ' όλα τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την περίοδο και στα οποία συμμετείχε ο Τσε. Εκείνοι οι αναγνώστες που ενδιαφέρονται γι' αυτά, θα πρέπει να διαβάσουν τουλάχιστον κάποιες από τις βιογραφίες ή τα ιστορικά έργα, που αναφέρονται στη Κούβα, στον Τσε και την Κουβανική Επανάσταση.
Με αφορμή την 30η επέτειο από το θάνατο του, αξίζει πράγματι να θυμηθούμε τους αγώνες στους οποίους πρωτοστάτησε, με ηρωισμό και αυτοθυσία, ενάντια στον καπιταλισμό και στον ιμπεριαλισμό. Ο Τσε πάλεψε με πείσμα ενάντια στην εκμετάλλευση κερδήθηκε στον σοσιαλισμό κύρια μέσα από τις δικές του εμπειρίες και είχε την φλογερή επιθυμία να τον δει να επικρατεί διεθνώς. Αρχικά είδε με ενδιαφέρον τα καθεστώτα της ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης, σαν πιθανές εναλλακτικές σοσιαλιστικές κοινωνίες. Ακόμη όμως και τότε, διατήρησε μια επιφυλακτικότητα και κράτησε τις αποστάσεις του. Αργότερα, όταν απόκτησε άμεση εμπειρία απ' αυτά τα γραφειοκρατικά καθεστώτα, που δεν είχαν καμία σχέση με τον σοσιαλισμό, άλλαξε ριζικά γνώμη.
Ο Τσε αφιερώθηκε στην επανάσταση όταν ήτανε 25 περίπου χρονών και σε αυτό τον αγώνα έμελλε να θυσιάσει και τη ζωή του όταν έγινε 39 ετών. Καθοδηγούσε τους συντρόφους του πάντα με το παράδειγμα του κι ήταν ένα ακλόνητος διεθνιστής. Αυτές οι αρετές του, τον έκαναν πηγή έμπνευσης και σύμβολο πάλης ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση.
Αντάρτικο
Την ίδια ώρα, πρέπει να πούμε ότι οι ιδέες του δεν ήταν ολοκληρωμένες και δεν είχε μια πραγματική κατανόηση του μαρξισμού. Οι θέσεις που ανέπτυξε για το αντάρτικο για παράδειγμα, έπαιξαν έναν αποφασιστικό ρόλο στη Κουβανική Επανάσταση και στα γεγονότα που ακολούθησαν, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Ο Τσε όμως πρόβαλλε αυτές τις ιδέες σαν τη βασική μέθοδο πάλης που θα έπρεπε να υιοθετηθεί σ' ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, πράγμα που τις έκανε τότε κύριο σημείο συζήτησης μέσα σε όλο το επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα. Οι θέσεις αυτές του Τσε εξετάζονται με προσοχή σε τούτη τη μπροσούρα, γιατί έτσι μόνο μπορούν να βγουν σημαντικά συμπεράσματα για τους σημερινούς αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό.
Ο Τσε ανάπτυξε βέβαια κι άλλες ιδέες σε σχέση για παράδειγμα, με την οικονομία, όπως επίσης και για το ζήτημα "ο σοσιαλισμός και ο νέος άνθρωπος", που αφορούσε κύρια το πως θα εξελισσόταν η στάση των ανθρώπων απέναντι στη νέα κοινωνία, μετά την ανατροπή του καπιταλισμού. Αυτές τις ιδέες τις ανάπτυξε κύρια σαν αποτέλεσμα των προβλημάτων που αντιμετώπισε μετά τη νίκη της Κουβανέζικης επανάστασης το 1959. Δυστυχώς όμως, εξαιτίας του περιορισμένου χώρου δεν ήταν δυνατό ν' αναφερθούμε σ' όλα αυτά σε τούτη την μπροσούρα.
Μελετώντας τη ζωή του Τσε γίνεται φανερό ότι οι ιδέες του αναπτύχθηκαν βασανιστικά και επίπονα, πολύ συχνά σαν αποτέλεσμα των ίδιων του των εμπειριών. Δυστυχώς πέθανε νέος σε ηλικία μόνο 39 ετών. Γιατί είναι ξεκάθαρο ότι επανεξέταζε συνεχώς τις ιδέες του μέχρι το θάνατο του. Με μια έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει μια ομοιότητα στον τρόπο ανάπτυξης της σκέψης τους ανάμεσα στον Τσε, στον Μάλκομ Χ και τον Τζώρτζ Τζάκσον στις ΗΠΑ.
Αντιμέτωπος με τα προβλήματα της κατάστασης στην Κούβα και τη φρίκη που άρχισε να αισθάνεται για αυτά που έβλεπε στις επισκέψεις του πίσω από το "σιδηρούν παραπέτασμα", στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη, άρχισε να ψάχνει για μια νέα εναλλακτική λύση και να αναζητά νέες ιδέες. Λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του άρχισε να διαβάζει γραπτά του Λέοντα Τρότσκι. Μήπως θα υιοθετούσε τις ιδέες του Τρότσκι αν είχε τον χρόνο να συνεχίσει την μελέτη των ιδεών του; Δεν μπορούμε βέβαια να το ξέρουμε.
Το 1964, για παράδειγμα, είχε πάει στη Μόσχα για να συμμετέχει στους εορτασμούς της 47ης επετείου της Ρώσικης Επανάστασης. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης, όχι μόνον διαμαρτυρήθηκε αγανακτισμένος για τον τρόπο ζωής των Ρώσων αξιωματούχων, αλλά υποστήριξε κιόλας ότι: "... τα σοβιέτ βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο κάτω από την κυριαρχία της γραφειοκρατίας".
Η γραφειοκρατική κάστα στην Κίνα εκείνη την περίοδο, είχε υιοθετήσει μια πιο "ριζοσπαστική" στάση διεθνώς σε μια προσπάθεια να κερδίσει επιρροή και στήριξη μετά την σύγκρουση και την διακοπή των σχέσεων της με την γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ. Η σύγκρουση αυτή ωστόσο είχε σαν κύρια αιτία τις στενά εθνικές διαφορές ανάμεσα στα δύο καθεστώτα.
Η "ριζοσπαστική" στροφή που υιοθέτησε η Κινέζικη γραφειοκρατία εκείνη την περίοδο, σε συνδυασμό με την εμπειρία της νίκης του αγροτικού στρατού στην Κίνα το 1949, αναπόφευκτα τράβηξαν την προσοχή του Τσε, γιατί φαίνονταν να επιβεβαιώνουν και τα δικά του συμπεράσματα. Ωστόσο, την ίδια ώρα φαίνεται ότι άρχισε να εξετάζει και τις ιδέες του Τρότσκι. Γι' αυτό, ενώ ήταν ακόμη στην Μόσχα, άρχισε να δέχεται εκεί επιθέσεις που τον χαρακτήριζαν "Φιλοκινέζο" και "Τροτσκιστή". Όπως αναφέρει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο στη βιογραφία του, ο Τσε ήταν γνώστης αυτών των επιθέσεων και τις ανάφερε δημόσια σε μια συνάντηση που είχε με τους Κουβανούς φοιτητές στην Πρεσβεία της Κούβας, στη Μόσχα.
"Έχω εκφράσει κάποιες απόψεις", είπε ο Τσε, "που θα μπορούσαν να πλησιάζουν περισσότερο την Κινέζικη πλευρά... όπως επίσης και απόψεις που έχουνε σχέση με τον Τροτσκισμό. Κάποιοι εδώ υποστηρίζουν βέβαια ότι οι Κινέζοι είναι διασπαστές, όπως και οι Τροτσκιστές και μαζί μ' αυτούς κι εγώ". Και συνέχισε "Οι απόψεις όμως αυτές που κάποιοι θέλουν να θάψουν με την βία μας δίνουν ένα πλεονέκτημα. Δεν μπορείς να πολεμήσεις απλά τις απόψεις με την βία γιατί αυτή ακριβώς είναι η βάση της νοημοσύνης... και είναι ξεκάθαρο ότι μπορεί κανείς να μάθει πολλά πράγματα από τις ιδέες του Τρότσκι".
Τροτσκισμός
Βέβαια δεν ξέρουμε τι συμπεράσματα έβγαζε ο Τσε από τη μελέτη των έργων του Τρότσκι και δεν πρόλαβε να προβάλει και να υποστηρίξει τέτοιες ιδέες, που φανερά θα έδειχναν ότι υιοθετούσε αυτές τις θέσεις. Παρόλα αυτά συνέχισε να τις μελετά. Λίγο πριν τον θάνατο του το 1967, για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι ο Γάλλος διανοούμενος Ρεζίζ Ντεμπρέ, που ήταν τότε στη Βολιβία και δούλευε με τις αντάρτικες δυνάμεις του Τσε, του έδωσε αρκετά βιβλία του Τρότσκι να διαβάσει.
Δυστυχώς, εκείνη την περίοδο, οι ηγέτες του κύριου Τροτσκιστικού ρεύματος που υπήρχε τότε, δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να ανοίξουν πολιτικό διάλογο και συζήτηση για τα ζητήματα αυτά, με στόχο να βοηθήσουν τον Τσε να προχωρήσει και να ολοκληρώσει τις ιδέες του για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Αντίθετα, υποστήριξαν και ενθάρρυναν παραπέρα τις απόψεις του για το αντάρτικο και έδωσαν πλήρη και άκριτη υποστήριξη στο καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο.
Στις ιδέες αυτές και στη λαθεμένη αυτή στάση αντιτάχθηκαν τότε, παρά τις μικρές τους δυνάμεις, οι αγωνιστές της οργάνωσης του Militant (τώρα Σοσιαλιστικό Κόμμα), που υποστήριζαν τις ιδέες του Τρότσκι και αργότερα δημιούργησαν την Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή (C.W.Ι.). To 1960, την εποχή των θυελλωδών γεγονότων στην Κούβα, τα μέλη της οργάνωσης του Militant υποστήριξαν βέβαια την επανάσταση και την ανατροπή του Μπατίστα, εξήγησαν όμως την ίδια ώρα τον χαρακτήρα του νέου καθεστώτος που δημιουργήθηκε και την ανάγκη να προσανατολιστεί προς την εργατική τάξη για να μπορέσει να εξαπλώσει την επανάσταση σ' ολόκληρη την Λατ. Αμερική.
Αργότερα, ο Πήτερ Ταφ, σ' ένα άρθρο του στο τεύχος 390 της βρετανικής εφημερίδας "Militant", εξήγησε τις διεργασίες που αναπτύσσονταν στην Κούβα. "Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα στηρίχθηκαν κύρια στους αγρότες και στον αγροτικό πληθυσμό. Η εργατική τάξη μπήκε τελευταία στον αγώνα με την Γενική Απεργία που έγινε στην Αβάνα, όταν οι αντάρτες είχαν πια θριαμβεύσει και ο Μπατίστα το έσκασε για να σώσει τη ζωή του".
Εξηγώντας πως αυτή η αγροτική βάση, στην οποία στηρίχθηκε η Κουβανική Επανάσταση, διαμόρφωσε ολόκληρο το χαρακτήρα του κινήματος, ανάλυσε πως ξεδιπλώθηκε η επανάσταση και πως κατάληξε στην κατάργηση του καπιταλισμού και της ατομικής ιδιοκτησίας. Ετσι υποστήριξε ότι "λόγω των δυνάμεων που στήριξαν την επανάσταση - δηλαδή ένας βασικά αγροτικός στρατός", το νέο καθεστώς δεν βασιζόταν στο συνειδητό δημοκρατικό έλεγχο και στη διεύθυνση της οικονομίας από την εργατική τάξη.
Έτσι ο Τσε, παρά το γεγονός ότι στην αναζήτηση του για μια εναλλακτική διέξοδο, διάβασε ορισμένες από τις ιδέες του Τρότσκι, δυστυχώς δεν κατάληξε να υιοθετήσει τη μαρξιστική μέθοδο. Παρ' όλα αυτά οι επαναστατικές πράξεις του ήταν αρκετές για να προκαλέσουν την αντίδραση του Κρεμλίνου και πολλών άλλων. Για τους ηγετικούς κύκλους της γραφειοκρατίας στη Μόσχα ήταν ένας "τυχοδιώκτης", "φιλοκινέζος" και το χειρότερο απ' όλα "τροτσκιστής". Από την άλλη, οι άρχουσες τάξεις στις καπιταλιστικές χώρες μισούσαν καθετί που υπεράσπιζε και όλα αυτά για τα οποία αγωνίστηκε. Για τις μάζες όμως στην Κούβα και σ' ολόκληρη τη Λατ. Αμερική, ο Τσε ήταν ένας ήρωας, του οποίου το επαναστατικό παράδειγμα θα πρεπε να ακολουθήσουν κι άλλοι.
Ο Τσε εκτελέστηκε από τους υπηρέτες αυτών που υπερασπίζουν τους πλούσιους και τους ισχυρούς. Όμως, το παράδειγμα του ζει σαν ένα σύμβολο αγώνα ενάντια στην καταπίεση. Έτσι, όσο πληθαίνουν οι αγώνες ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και την καπιταλιστική αγορά σ' ολόκληρη την Λατ. Αμερική, τόσο πιο πολύ διαδίδεται σήμερα το σύνθημα, που γράφει η νεολαία στους τοίχους "CHE VIVE" ("Ο Τσε ζει").
Ο καλύτερος τρόπος λοιπόν για να τιμήσουμε την επέτειο της εκτέλεσης του είναι, όλοι εμείς που συνεχίζουμε τον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση διεθνώς, να βγάλουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα από τις εμπειρίες του Τσε, για να μπορέσουμε να πετύχουμε τη νίκη που τόσο πολύ επιθυμούσε και το σοσιαλισμό. Η μπροσούρα αυτή έχει σαν στόχο να συμβάλει και να ενισχύσει αυτόν τον κρίσιμο αγώνα.
Τόνυ Σονουά
Σεπτέμβρης 1997
Ξεκίνησε σαν μποέμ
Είναι ίσως αναμενόμενο για έναν Αργεντινό να είναι ιδιοκτήτης μιας φυτείας τσαγιού, όπως συνέβαινε με τον Ερνέστο Γκεβάρα Λύντς, που είχε τη δική του στην απομακρυσμένη ζούγκλα της Μιζιόνες, στα σύνορα με την Παραγουάη και την Βραζιλία. Οι Χιλιανοί είναι φανατικοί καταναλωτές τσαγιού και οι Βραζιλιάνοι τρελαίνονται για τον καφέ. Οι Αργεντινοί όμως πίνουν με πολύ ευχαρίστηση το πικρό τσάι "Χέρμπα Μάτε" όλη την ημέρα, είτε είναι στην δουλειά, είτε ξεκουράζονται με φίλους.
Ο Ερνέστο Γκεβάρα Λύντς ήταν δισέγγονος ενός από τους πλουσιότερους άντρες της Ν.Αμερικής και οι πρόγονοι του ανήκαν στην Ισπανική και Ιρλανδέζικη αριστοκρατία. Το μεγαλύτερο μέρος της οικογενειακής περιουσίας είχε σπαταληθεί από τις προηγούμενες γενιές. Ετσι ο Γκεβάρα Λύντς επένδυσε ότι του είχε απομείνει στην φυτεία τσαγιού και μ' αυτό τον τρόπο έλπιζε να φτιάξει τη δική του περιουσία. Το 1927 γνώρισε και παντρεύτηκε την Σέλια Δε Λα Σέρνα, μια Αργεντινή, επίσης αριστοκρατικής καταγωγής.
Το πρώτο από τα 4 παιδιά τους, ο Ερνέστο, θα γινόταν ο παγκοσμίως γνωστός επαναστάτης Τσέ Γκεβάρα. Ως επαναστάτης που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην παρανομία, άξιζε να έχει παραποιημένα και τα πιστοποιητικά της γέννησης και της ταφής του.
Στην πραγματικότητα ο Ερνέστο είχε γεννηθεί ένα μήνα νωρίτερα από τις 14 Ιούνη του 1928, που έγραφε το πιστοποιητικό της γέννησης του. Η πλαστογράφηση ήταν απαραίτητη γιατί η μητέρα του ήταν 3 μηνών έγκυος την μέρα που παντρεύτηκε. Ο Τσέ εκτελέστηκε στις 8 Οκτώβρη 1967 στην Βολιβία από την CIA και τον Βολιβιανό στρατό. Το σώμα του όμως "εξαφανίστηκε" και ο πραγματικός τόπος ταφής του βρέθηκε μόνο πρόσφατα.
30 χρόνια μετά την εκτέλεση του ο Τσε Γκεβάρα εξακολουθεί να ζεί στις μνήμες των λαών της Λ.Αμερικής και ακόμα πιο μακριά. Αφησε πίσω του μια μεγάλη παράδοση ως διεθνιστής και επαναστάτης που θυσίασε τη ζωή του και παραμένει ένα σύμβολο που εμπνέει τους αγωνιστές που παλεύουν ενάντια στην εκμετάλλευση. Με αφορμή την επέτειο της εκτέλεσης του οι επαναστάτες χαιρετίζουν τον Τσε σαν ένα σύμβολο του αγώνα ενάντια στην καταπίεση και αναγνωρίζουν τον ηρωικό ρόλο που έπαιξε στην Κουβανέζικη Επανάσταση του 1959.
Ο ανταρτοπόλεμος, που κατά κύριο λόγο βασίστηκε στους πιο καταπιεσμένους αγρότες της Κούβας, έληξε με την ανατροπή της μισητής δικτατορίας του Μπατίστα. Αυτό έγινε δυνατό εξαιτίας της συγκεκριμένης κατάστασης που επικρατούσε στην Κούβα και σ' άλλες χώρες της Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής. Ο Τσε, όμως δεν μπόρεσε να ανάψει την φωτιά της επανάστασης με την ίδια επιτυχία στις χώρες της Λατ.Αμερικής, όπου υπήρχαν διαφορετικές συνθήκες-εκεί δηλαδή όπου ο αστικός πληθυσμός ήταν πολύ μεγαλύτερος και ο αγροτικός μικρότερος από ότι στην Κεντρ.Αμερική.
Ετσι, η προσπάθεια του Τσε να χρησιμοποιήσει εκεί τις ίδιες μεθόδους που εφάρμοσε στην Κούβα, δημιούργησε σοβαρά ερωτηματικά για τις ιδέες και τις μεθόδους του, που πρέπει να εξεταστούν και να απαντηθούν από τους επαναστάτες σοσιαλιστές.
Η ανατροφή του
Ο Τσε δεν μπήκε, από την αρχή πρόθυμα στην πολιτική δράση. Εξαιτίας της μεσοαστικής του ανατροφής και της συμπάθειας του για τους φτωχούς και τους άρρωστους, αρχικά στράφηκε στην ιατρική και πήρε το πτυχίο του γιατρού το 1953 από το πανεπιστήμιο του Μπουένος Αϊρες. Η οικογένεια του μετακόμισε από τη Μιζιόνες στην Κόρντομπα για οικονομικούς λόγους, αλλά και για να βοηθήσει τον Τσε να ξεπεράσει το χρόνιο άσθμα του με την αλλαγή κλίματος. Τελικά, κατάληξαν να γυρίσουν πάλι πίσω στο Μπουένος Αϊρες, το 1947, όπου και οι γονείς του χώρισαν.
Το άσθμα θα κυνηγούσε τον Τσε σε όλη του τη ζωή, αλλά παρ' όλα αυτά δεν δίστασε αργότερα να εμπλακεί στον ανταρτοπόλεμο στις ζούγκλες. Οπως κι άλλα τέτοια προβλήματα, το άσθμα φαίνεται ότι επηρέασε σημαντικά την ανάπτυξη του. Συχνά δεν μπορούσε να περπατήσει και παρέμενε καθηλωμένος στο κρεββάτι του. Ετσι, ανάπτυξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το διάβασμα και το σκάκι. Αποφασισμένος να ξεπεράσει την αδυναμία του επέμενε να αθλείται. Παρ' όλα αυτά όμως εξελίχθηκε σε κάπως μοναχικό άνθρωπο, που περνούσε πολλές ώρες διαβάζοντας και μελετώντας. Σ' αυτό συντέλεσαν επίσης ο χωρισμός των γονιών του, ο θάνατος της γιαγιάς του και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε τότε η οικογένεια του.
Στο πανεπιστήμιο ο Τσε ενδιαφέρθηκε αρκετά για τα πολιτικά βιβλία, αν και δεν συμμετείχε ενεργά στην πολιτική ζωή. Αρχισε να εξετάζει τις σοσιαλιστικές ιδέες και αργότερα θυμόταν ότι διάβασε κάποια έργα των Μαρξ, Εγκελς και Λένιν και κάτι του Στάλιν. Μελέτησε ακόμα λογοτέχνες όπως τον Ζολά και τον Τζακ Λόντον, αλλά και Αργεντινούς σοσιαλιστές όπως τον Αλφρέδο Παλάσιος. Ικανοποιούσε την δίψα του για ποίηση διαβάζοντας κυρίως έργα του Χιλιανού συγγραφέα και μέλους του Κ.Κ. Πάμπλο Νερούδα και του ποιητή του Ισπανικού Εμφύλιου, Φ.Γ. Λόρκα.
Πάντως, παρόλο το ενδιαφέρον για τις σοσιαλιστικές ιδέες δεν αναμείχθηκε καθόλου στην πολιτική δράση, πέρα από το συζητά με διάφορα μέλη της Κομμουνιστικής Νεολαίας και άλλες αριστερές ομάδες. Σύμφωνα με κάποια μαρτυρία μπήκε στην Νεολαία του Περόν (ένα λαϊκίστικο και εθνικιστικό κίνημα της Αργεντινής με ηγέτη τον στρατηγό Περόν), μόνο και μόνο για να αποκτήσει πιο εύκολη πρόσβαση στην βιβλιοθήκη του πανεπιστήμιου.
Έτσι, ο Τσε είχε δημιουργήσει στους γύρω του την εικόνα του ριζοσπάστη και του ανθρώπου που λέει ανοικτά την γνώμη του, αλλά δεν είχε ακόμα ξεκαθαρίσει τις ιδέες του και δεν θεωρούσε τον εαυτό του Μαρξιστή. Κύριος στόχος του παράμενε να γίνει γιατρός για να βοηθήσει τους άρρωστους και τους φτωχούς. Ομως μέσα του άρχισε να φουντώνει ένα πάθος για ταξίδια. Αρχικά γύρισε την Αργεντινή και αργότερα έκανε δύο ταξίδια και γνώρισε όλη την Λατ.Αμερική.
Ταξίδια αναζήτησης
Οι εμπειρίες που απόκτησε σε αυτή του την οδύσσεια άλλαξαν ριζικά την αντίληψη του για το τι έπρεπε να γίνει για να δωθεί ένα τέλος στην φτώχεια και την εκμετάλλευση. Μέσα από αυτές τις περιπέτειες και τα γεγονότα που έζησε, ο Τσε υιοθέτησε σιγά-σιγά τις σοσιαλιστικές ιδέες.
Το πρώτο μεγάλο ταξίδι του Τσε έγινε το 1950, όταν ταξίδεψε σ' ολόκληρη την Αργεντινή. Για πρώτη φορά είδε με τα μάτια του το τεράστιο κοινωνικό χάσμα που επικρατούσε στην χώρα. Στο Μπουένος Αϊρες είχε βέβαια ξαναδεί φτώχεια, όμως τώρα αντίκρυζε για πρώτη φορά τον αντιφατικό χαρακτήρα σχεδόν όλης της Ν. Αμερικής. Το Μπουένος Αϊρες θεωρούνταν μια από τις πιο "ευρωπαϊκές" πόλεις της Λατ.Αμερικής και αυτό αντανακλόταν στην κουλτούρα και τον τρόπο ζωής των κατοίκων του. Σε αυτό του το ταξίδι ο Τσε όμως είδε για πρώτη φορά τις πιο καθυστερημένες και φτωχές περιοχές της Αργεντινής εκείνη την εποχή.
Πολλά από όσα είδε στα νοσοκομεία που επισκέφθηκε και στα εξαθλιωμένα χωριά, τα αντιμετώπισε στην αρχή από τη σκοπιά ενός γιατρού. Από αυτές του τις εμπειρίες έφτασε στο συμπέρασμα ότι η σύγχρονη Αργεντινή ήταν μια "πολυτελής βιτρίνα", πίσω από την οποία κρυβόταν η πραγματική "ψυχή" της χώρας. Μια ψυχή σάπια και άρρωστη.
Ο Τσε έκανε το πρώτο ταξίδι έξω από την χώρα του το 1952 και το δεύτερο το 1953-'54. Αυτά του τα ταξίδια, και ιδιαίτερα το δεύτερο, τον επηρέασαν σημαντικά και άλλαξαν την κατεύθυνση της ζωής του.
Οταν συμβαίνουν μεγάλες κοινωνικές εξεγέρσεις και αναταραχές κανείς δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος. Είναι αλήθεια ότι κάποιοι άνθρωποι, ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης, αρκούνται απλά να παρατηρούν αυτά τα γεγονότα. Αλλοι όμως, συμπεριλαμβανομένων και ανθρώπων της μεσαίας τάξης, αναγκάζονται τελικά να συμμετάσχουν στην εξέλιξη των κοινωνικών γεγονότων και στην πάλη των τάξεων. Στην αρχή του ταξιδιού του ο Τσε Γκεβάρα έμενε ικανοποιημένος με το ρόλο του παρατηρητή. Με τον καιρό όμως ο επαναστατικός αγώνας τον τραβούσε όλο και πιο πολύ, μέχρι που τελικά κατέληξε να θυσιάσει και την ίδια τη ζωή του.
Στην αρχή του ταξιδιού, όταν ο Τσε και ο Αλμπέρτο γύριζαν την Ν.Αμερική πάνω σε μια Χάρλεϊ Ντάβινσον, τους ενδιέφερε περισσότερο πως να διασκεδάσουν και να αποκτήσουν ιατρική πείρα. "Τα ημερολόγια της μοτοσυκλέτας" του Τσε, που εκδόθηκαν πρόσφατα, είναι αποκαλυπτικά. Ουσιαστικά αυτά που κυριαρχούσαν στην περιοδεία τους ήταν μεθύσια και καυγάδες, ρομαντικές γνωριμίες και άλλες "νεανικές περιπέτειες". Οταν περνούσαν τα σύνορα για την Χιλή δήλωσαν ότι ήταν λεπρολόγοι. Οι τοπικές εφημερίδες των διάφορων χωριών και πόλεων που πέρναγαν έγραφαν άρθρα για το ταξίδι αυτών των 2 ριψοκίνδυνων νέων και μάλιστα η τοπική εφημερίδα του Τεμούκο δημοσίευσε ένα άρθρο με τον τίτλο "δύο ονομαστοί Αργεντινοί λεπρολόγοι διασχίζουν τη Ν.Αμερική με μια μοτοσυκλέτα".
Συχνά αναγκάζονταν να δραπετεύουν κρυφά από κάποιες κωμοπόλεις και χωριά γιατί είχαν εξαγριώσει τους ντόπιους και ειδικότερα αυτούς που είχαν νόστιμες κόρες. Σ' αυτό το πρώτο του ταξίδι ο Τσε συνέχισε να ζεί ανέμελα και μποέμικα, όπως είχε μάθει σαν φοιτητής στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Αϊρες. Αυτός άλλωστε ήταν ο τρόπος ζωής που είχε συνηθίσει, αφού προερχόταν από μια εύπορη μεσοαστική οικογένεια. Ταυτόχρονα όμως, όλα αυτά, έδειχναν και το ανεξάρτητο πνεύμα που τον χαρακτήριζε.
Ωστόσο, ενώ αυτή η πτυχή του ταξιδιού, κυριαρχεί στο ημερολόγιο του, άλλες ήταν οι εμπειρίες που τον επηρέασαν περισσότερο. Οι συνθήκες φτώχειας που αντίκρυσε αφύπνισαν την κοινωνική του συνείδηση. Ιδιαίτερα τον εξόργιζε η αδιαφορία της άρχουσας τάξης απέναντι στους φτωχούς.
Οταν βρισκόταν στο Βαλπαραίζο, ένα λιμάνι της Χιλής, χρησιμοποίησε τις ιατρικές του γνώσεις για να βοηθήσει μια ηλικιωμένη γυναίκα, που πέθαινε από χρόνιο άσθμα και αδύναμη καρδιά. Δεν μπορούσε πια να κάνει πολλά, όμως η προσπάθεια και μόνο να την φροντίσει, μέσα στην φτώχεια της, τον επηρέασε σημαντικά. Έγραψε αργότερα τα εξής: "εκεί, στις τελευταίες στιγμές των ανθρώπων, που ο ευρύτερος ορίζοντας τους ποτέ δεν ξεπερνά το αύριο, βλέπει κανείς την τραγωδία που ζεί το προλεταριάτο σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε εκείνα τα σβησμένα μάτια υπάρχει μια ταπεινή συγνώμη, συχνά και ένα απελπισμένο κάλεσμα για παρηγοριά που χάνεται στο κενό, ακριβώς όπως το σώμα τους θα χαθεί σύντομα κάτω από το βάρος της μιζέριας, που μας περιτριγυρίζει. Το πόσο καιρό ακόμα θα συνεχίζει να υπάρχει αυτό το παράλογο καθεστώς της κάστας δεν μπορώ να το ξέρω, μα είναι ώρα εκείνοι που κυβερνάνε να αφιερώσουν λιγότερο χρόνο στην προπαγάνδα της ευσπλαχνίας τους και να δώσουν χρήματα, πολύ περισσότερα χρήματα, για έργα κοινωνικής ωφέλειας".
Τα ορυχεία
Επειδή δεν μπορούσαν να βρούν καράβι για να πάνε στα νησιά του Πάσχα, όπως σκόπευαν, ο Τσε κι ο σύντροφος του τράβηξαν προς το βορρά κι έφτασαν τελικά στην Τσουκικαμάτα, όπου βρίσκεται το μεγαλύτερο μεταλλείο χαλκού του κόσμου. Το "Τσούκι", όπως είναι ακόμα και σήμερα γνωστό στην Χιλή, ανήκε στα Αμερικάνικα μονοπώλια της Anaconda και της Kennecott. Η ιδιοκτησία των μεταλλείων του "Τσούκι" ήταν σύμβολο της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας των "γκρίνγκος" στην Χιλή. Τελικά τα μεταλλεία αυτά εθνικοποιήθηκαν το 1970-'73 από την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας του Σαλβαδόρ Αλλιέντε, ηγέτη του Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Στην Χιλή, ο Τσε κι ο Αλμπέρτο βρέθηκαν αντιμέτωποι με την σκληρή πραγματικότητα της ταξικής πάλης. Εκεί γνώρισαν κι έναν πρώην μεταλλωρύχο και την γυναίκα του, μέλη και οι δύο τους του τότε παράνομου Κ.Κ.Χιλής. Ο Τσε έμαθε την σκληρή πραγματικότητα για την καταστολή, τις εξαφανίσεις και τις μαύρες λίστες, που χρησιμοποιούσε η εταιρεία και η κυβέρνηση ενάντια σε όσους προσπαθούσαν να αγωνιστούν για τα δικαιώματα των εργατών.
Ο Τσε κι ο Αλμπέρτο κατάφεραν να μπούν στο μεταλλείο όπου οι εργάτες προετοίμαζαν απεργία. Ο αρχιεργάτης που τους έδειξε το μεταλλείο τους είπε: "...οι ηλίθιοι γκρίνγκος, χάνουν εκατομμύρια πέσος κάθε μέρα από την απεργία για να μη δώσουν μερικά σεντάβος παραπάνω στον φτωχό εργάτη".
Αυτή η επίσκεψη στο "Τσούκι" έκανε μεγάλη εντύπωση στον Τσε. Κράτησε σημειώσεις όπου κατάγραψε με λεπτομέρειες τις εντυπώσεις του από τους εργάτες, και τις τεχνικές παραγωγής και την πολιτική σημασία των μεταλλείων για την Χιλή. Αναφερόμενος στα βουνά που ήταν πλούσια σε μετάλλευμα διαμαρτυρόταν για την "εκμετάλλευση του προλεταριάτου" και την περιβαλλοντική καταστροφή του τόπου.
"Οι λόφοι δείχνουν τις γκρίζες ράχες τους πρόωρα γερασμένες από τον αγώνα ενάντια στα στοιχεία της φύσης, με ρυτίδες που δεν αντιστοιχούν στην γεωλογική τους ηλικία. Πόσοι άλλοι λόφοι, κοντά στον γνωστό της Τσουκικαμάτα, φυλάγαν στην κοιλιά τους πλούτη παρόμοια με τα δικά του, περιμένοντας τα άκαμπτα χέρια των μηχανικών φτυαριών να καταβροχθίσουν τα σωθικά τους με το απαιραίτητο καρύκευμα από ανθρώπινες ζωές;" ( *δες σημείωση στο τέλος κεφαλαίου)Κι όμως, παρόλες αυτές τις σκηνές και την μεγάλη επίδραση που άσκησαν στον Τσε, θα χρειάζονταν κι άλλες εμπειρίες και πιο σημαντικά ακόμα γεγονότα, πριν αποφασίσει να αφιερώσει την ζωή του στην επανάσταση.
Οι Ίνκας
Ο επόμενος σταθμός της οδύσσειας του ήταν το Περού, όπου ο Τσε έκανε ένα αποφασιστικό βήμα προς τις σοσιαλιστικές ιδέες. Πριν φτάσουν στην Λίμα, την 1η Μάη του 1952, ο Τσε κι ο Αλμπέρτο είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν το θαύμα του αρχαίου πολιτισμού των Ινκας. Κατά την επίσκεψη τους στην πρωτεύουσα Κούσκο των αρχαίων Ινκας και στα ερείπια του θαυμάσιου ναού του Μάτσου Πίτσου, οι συνέπειες της κατάκτησης της Λατ. Αμερικής από τους ευρωπαίους για 400 χρόνια, και η απάνθρωπη καταπίεση των ντόπιων λαών της ηπείρου, χαράχθηκαν βαθιά στη συνείδηση του Τσε.
Ο Πάμπλο Νερούδα στο περίφημο έργο του αφιερωμένο στη Λατ.Αμερική το "Κάντο Χενεράλ" ("Γενικό Ασμα") περιέλαβε ένα ποίημα το "Alturas de Macchou Picchu" (" Τα υψώματα του Μάτσου Πίτσου'):
"Ανέβηκα τα σκαλιά της γής
ως εσένα, Μάτσου Πίτσου.
Πανύψηλη Πολιτεία από κερκιδωτές πέτρες,
κατοικία τέλος εκείνου που δεν έκρυψε το επίγειο
στις κοιμισμένες φορεσιές.
Μέσα σου, της αστραπής και του ανθρώπου τα λίκνα
αιωρήθηκαν, στις παράλληλες ευθείες, σε έναν άνεμο από αγκάθια.
Μάνα από πέτρα, αφρέ των Κόντορ.
Ορεινέ σκόπελε της ανθρώπινης χαραυγής.
Φτυάρι χαμένο στην πρώτη άμμο.
Αυτή ήταν η κατοικία, αυτός είναι ο τόπος:
εδώ τα σπυριά του καλαμποκιού υψώθηκαν
και χαμήλωσαν ξανά σαν κόκκινο χαλάζι ".
Στην πατρίδα του Τσε την Αργεντινή, οι ιθαγενείς ουσιαστικά είχαν εξοντωθεί και ο πολιτισμός τους είχε καταστραφεί. Στο Περού, την Βολιβία, το Μεξικό και μερικές άλλες Λατινοαμερικάνικες χώρες οι ιθαγενείς, που στην ύπαιθρο αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, έγιναν τα πιο καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας. Στις πόλεις αυξήθηκαν οι μιγάδες που αποτελούσαν πια μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης. Οι πλούσιοι και ισχυροί κάτοχοι της εξουσίας ήταν ανέκαθεν και παράμεναν ακόμα κύρια οι άποικοι ευρωπαϊκής καταγωγής.
Αυτή η μακρά ιστορία κατάκτησης και αδιάκοπης εκμετάλλευσης της ηπειρου από τους ιμπεριαλιστές, και ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας εξαιρετικά ισχυρής αντι-ιμπεριαλιστικής συνείδησης ανάμεσα στις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Στο δεύτερο μισό αυτού του αιώνα, η αγανάκτηση αυτή στρεφόταν κυρίως ενάντια στους γιάνκηδες γκρίνγκος βόρεια του Ρίο Γκράντε. Ο Τσε όσο έμεινε στο Περού επηρεάστηκε σημαντικά απ' αυτό το κλίμα μίσους ενάντια στους ιμπεριαλιστές
.Οταν έχασαν τη δωρεάν παραμονή που είχαν εξασφαλίσει για να φιλοξενηθεί μια ομάδα γκρίνγκο τουριστών, ο Τσε σχολίασε: "φυσικά οι τουρίστες που ταξίδεψαν με τα άνετα πούλμαν τους δεν ξέρουν τίποτα για τις συνθήκες ζωής των ινδιάνων. Η πλειοψηφία των βορειοαμερικανών πετά κατευθείαν από την Λίμα στο Κούσκο, επισκέπτεται τα μνημεία κι έπειτα επιστρέφει χωρίς να πολυσκοτίζεται για οτιδήποτε άλλο".
Την 1η του Μάη οι δύο ταξιδιώτες έφτασαν στην Λίμα. Ο Τσε γνώρισε εκεί τον δόκτωρα Πέσκε, ηγετική φυσιογνωμία του Κομμουνιστικού Κόμματος και οπαδό του Περουβιανού φιλόσοφου Χοσέ Μαριαντέγκι. Το κύριο έργο του Μαριαντέγκι γράφτηκε το 1928 και είχε τίτλο "Επτά ερμηνευτικά δοκίμια για την Περουβιανή πραγματικότητα". Σε αυτό έδινε ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των ιθαγενών και των αγροτών στον αγώνα για τον σοσιαλισμό.
Οι συζητήσεις με τον Πέσκε είναι φανερό ότι επηρέασαν βαθιά τον Τσε, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε μια 10ετία αργότερα όταν έστειλε στο γιατρό ένα αντίτυπο του πρώτου του βιβλίου " Ο Ανταρτοπόλεμος" με την εξής αφιέρωση: "στον δόκτωρα Ουγκό Πέσκε, ο οποίος δίχως ίσως να το ξέρει προκάλεσε μια μεγάλη αλλαγή στη στάση μου απέναντι στη ζωή και την κοινωνία. Διατηρώ το ίδιο ανήσυχο πνευμα, αλλά προσανατολισμένο τώρα σε στόχους πιο εναρμονισμένους με τις ανάγκες της Αμερικής".
Σε αυτό το στάδιο, όμως παρά τις συζητήσεις που ξεκίνησε με τον Πέσκε ο Τσε δεν ήταν ακόμα έτοιμος να ταυτιστεί ανοικτά με τις "μαρξιστικές" ιδέες. Πάντως, άρχισε να σχηματίζει τις πολιτικές απόψεις του και να τις εκφράζει ανοιχτά. Συγκεκριμένα, άρχισε να αναπτύσει διεθνιστικές ιδέες, τουλάχιστον σε ότι αφορούσε τη Λατ.Αμερική.
Διεθνισμός
Σε μια γιορτή για τα 24α γενέθλια του στο Περού έκανε την εξής πρόποση: "...η διαίρεση της Αμερικής σε διάφορες φανταστικές εθνότητες είναι τελείως πλασματική. Αποτελούμε μια ενιαία φυλή μιγάδων η οποία παρουσιάζει αξιοσημείωτες εθνογραφικές ομοιότητες από το Μεξικό ως τον Πορθμό του Μαγγελάνου. Γι' αυτό στην προσπάθεια μου να ελευθερωθώ από το βάρος οποιουδήποτε στενόμυαλου πατριωτισμού πίνω εις υγείαν του Περού και μιας ενωμένης Αμερικής". Αυτή η δήλωση του έδειχνε καθαρά τις εξελλισόμενες διεθνιστικές του πεποιθήσεις. Βέβαια δεν αποτελούσαν μια ολοκληρωμένη μαρξιστική ανάλυση και ήταν κάπως απλοϊκές στην εκτίμηση της κατάστασης. Η ιδέα της ενοποιημένης Λατ.Αμερικής υπάρχει ακόμα από τον καιρό του Σιμόν Μπολιβάρ (ο οποίος ηγήθηκε ένοπλων εξεγέρσεων κατά της Ισπανίας και βοήθησε να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία σ' ένα μεγάλο τμήμα της Λατ.Αμερικής) και από τους πολέμους της εθνικής απελευθέρωσης του 19ου αιώνα. Η ενότητα της ηπείρου εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο όραμα για τις λατινοαμερικάνικες μάζες, όμως από τότε έχει δημιουργηθεί και μια εθνική συνείδηση σε κάθε χώρα.
Η επιθυμία ωστόσο, των μαζών να ενοποιήσουν την Λατ.Αμερική δεν είναι εφικτή στα πλαίσια του καπιταλισμού. Η αστική τάξη κάθε λατινοαμερικάνικου έθνους έχει μεν να υπερασπιστεί τα δικά της οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, αλλά την ίδια ώρα, έχει μεγάλα κοινά υλικά και οικονομικά συμφέροντα με τον ιμπεριαλισμό, που είναι αντίθετος με την ενότητα της ηπείρου, ακόμα και σε καπιταλιστικές συνθήκες, γιατί μπορεί να επιβάλλεται ευκολότερα σε ξεχωριστά και πιο αδύναμα απ' αυτόν κράτη. Έτσι, η εγκαθίδρυση μιας δημοκρατικής ομοσπονδίας στη Λατ.Αμερική με προοπτική την ενοποίηση της ηπείρου, είναι πραγματοποίησιμη μόνο αν ανατραπεί ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός και επικρατήσει ο σοσιαλισμός. Αυτή η ιδέα του διεθνισμού ήταν ένα θέμα στο οποίο ο Τσε επανήλθε πολλές φορές και μάλιστα τα επόμενα χρόνια υπερασπίστηκε με θέρμη και την ιδέα μιας διεθνούς επανάστασης ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.
Ο Τσε συνέχισε το ταξίδι του στην Κολομβία και την Βενεζουέλα χωρίς τον φίλο και σύντροφο του ταξιδιού του και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αργεντινή για να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να δώσει τις τελικές του εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Η επίδραση αυτού του πρώτου ταξιδιού του ήταν φανερή στις "Ταξιδιωτικές του Σημειώσεις" ("Notas de Viaje"), που έγραψε μετά βασισμένος στο ημερολόγιο του. Δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος που ξεκίνησε από την Αργεντινή. "Ο άνθρωπος που έγραψε αυτές τις σημειώσεις πέθανε όταν πάτησε ξανά στο έδαφος της Αργεντινής, αυτός που τις εκδίδει και τις επεξεργάζεται, "εγώ" δηλαδή, δεν είμαι εγώ, ή τουλάχιστον δεν είναι το ίδιο εγώ που ήταν προηγουμένως. Αυτή μου η περιπλάνηση στην "Αμερική" μας, με άλλαξε περισσότερο από ότι θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ".
Οταν γύρισε στην Αργεντινή, η οικογένεια του έλπιζε ότι οι μέρες της περιπλάνησης του είχαν τελειώσει κι ότι τώρα πια θα αφοσιωνόταν στο επάγγελμα που είχε διαλέξει, την ιατρική. Ο Τσε ολοκλήρωσε τις σπουδές του τον Απρίλη του 1953 και πήρε το πτυχίο του γιατρού τον Ιούνη, λίγες μέρες πριν κλείσει τα 25. Οι ελπίδες όμως των δικών του έσβησαν γρήγορα όταν ο Τσε ξεκίνησε για τη δεύτερη περιοδεία του στην Αμερική. Σ' αυτό το ταξίδι θα πήγαινε μαζί με τον παιδικό του φίλο Κάρλος (Καλίκα) Φερέρ, που είχε διακόψει τις σπουδές του στην ιατρική.
Σύμφωνα με τον Καλίκα οι δύο φίλοι σχεδίαζαν να περάσουν πάλι από την Βολιβία, γιατί ο Τσε ήθελε να επισκεφθεί ξανά τα ερείπια των Ινκας και του Μάτσου Πίτσου. Για ακόμα αργότερα σχεδίαζαν να επισκεφθούν την Ινδία όπως έλπιζε ο Τσε και το Παρίσι που ήθελε να γνωρίσει ο Καλίκα
.Ετσι, στις αρχές του Ιούλη, όταν οι δύο συνταξιδιώτες ξεκίνησαν με το τρένο από το Μπουένος Αϊρες, ο Τσε δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι σύντομα θα αφιέρωνε την ζωή του στον επαναστατικό αγώνα. Επικρατούσε ακόμα στον χαρακτήρα του ο μποέμ. Σχετικά σύντομα όμως αυτό επρόκειτο να αλλάξει.
Οι άνθρωποι συμμετέχουν στο επαναστατικό κίνημα για πολλούς λόγους. Μερικοί έλκονται από τις πολιτικές ιδέες, άλλοι σπρώχνονται από την αγανάκτηση τους για την υπάρχουσα κατάσταση και κάποιοι κερδίζονται στην επανάσταση όταν ζούν μέσα σε μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, απλά γιατί δεν μπορούν πια να μείνουν αμέτοχοι στα γεγονότα.
Ο λόγος για τον οποίο άλλαξε ριζικά η ζωή του Τσε δεν μπορεί να αποδοθεί σε μια μόνο αιτία. Αναμφίβολα τον ενδιέφερε η πολιτική και πράγματι εξοργιζόταν από τις κοινωνικές συνθήκες που αντίκρυζε. Την ίδια ώρα επηρεάστηκε πολύ από τις ισχυρές κοινωνικές εκρήξεις που γνώρισε στο δεύτερο ταξίδι του στην Λατ.Αμερική και ειδικότερα από τα επαναστατικά κινήματα της Βολιβίας και της Γουατεμάλας. Από κεί και πέρα η ζωή του πήρε μια εντελώς νέα και αναπάντεχη γι' αυτόν τροπή.
Στην Βολιβία
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας του, ο Τσε έγραψε ένα άλλο ημερολόγιο με τίτλο "Otra Vez" ("Πάλι Ξανά"). (* σημείωση στο τέλος του κεφαλαίου) Αναλογιζόμενος πως άρχισε το ταξίδι, έγραφε: "Αυτή τη φορά, το όνομα του κολλητού μου άλλαξε, τώρα ο Αλμπέρτο ονομάζεται Καλί-κα, όμως το ταξίδι παραμένει ίδιο: δύο διαφορετικές επιθυμίες ταξιδεύουν σ' ολόκληρη την Αμερική χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τι θέλουν ή προς τα που είναι ο βορράς".
Ο Τσέ και ο σύντροφος του έφτασαν τον Ιούλη του 1953 στην Λα Παζ, την πρωτεύουσα της Βολιβίας. Εκεί εμπλάκηκαν αμέσως στις επαναστατικές αναταραχές που συγκλόνιζαν ένα από τα πιο φτωχά και "ινδιάνικα" έθνη της Αμερικής. Δώδεκα μήνες νωρίτερα είχε ξεσπάσει ένας μαζικός ξεσηκωμός των ιθαγενών αγροτών και των εργατών στα ορυχεία κασσίτερου. Αυτή η μαζική εξέγερση ανέβασε στην εξουσία το "Εθνικό Επαναστατικό Κίνημα" (MNR -Movimiento Nacionalista Revolutionario). Η νέα κυβέρνηση, προσπαθώντας να κρατήσει το μαζικό κίνημα υπό τον έλεγχο της, αναγκάστηκε εξαιτίας των μαζικών ξεσηκωμών να εφαρμόσει ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Οι χωρικοί, μετά από μια σειρά καταλήψεις σε μεγάλες εκτάσεις γής, επέβαλαν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης. Τα ορυχεία κασσίτερου, που εκείνη την εποχή αποτελούσαν την μεγαλύτερη πηγή εισοδήματος της Βολιβίας, εθνικοποιήθηκαν. Οι εργάτες των ορυχείων και οι αγρότες πήραν τα όπλα και τμήματα του στρατού πέρασαν με το μέρος τους. Ιδρύθηκε μια πολιτοφυλακή και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ο στρατός τυπικά διαλύθηκε. Παρ' όλα αυτά, η επανάσταση δεν ολοκληρώθηκε με την εγκαθίδρυση ενός νέου καθεστώτος εργατικής δημοκρατίας και το κίνημα τελικά ηττήθηκε.
Κατά τη διάρκεια αυτών των επαναστατικών γεγονότων, οι εργάτες των ορυχείων έπαιξαν ηγετικό ρόλο στην ίδρυση ενός νέου ανεξάρτητου συνδικαλιστικού κέντρου, του COB (Central Obrera Boliviana-Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο Βολιβίας). Επηρεασμένο από το επαναστατικό αυτό κύμα το COB υϊοθέτησε και επίσημα πλέον το "Μεταβατικό Πρόγραμμα", που έγραψε ο Λ.Τρότσκυ το 1938.
Στην Λα Παζ, ο Τσε περνούσε το μεγάλο μέρος του χρόνου του σε καφενεία και μπαρ, όπου συναντούσε πολιτικούς πρόσφυγες που είχαν καταφτάσει απ' ολόκληρη την Αμερική. Καθώς προχωρούσε η επανάσταση, η Βολιβία είχε γίνει πόλος έλξης των ριζοσπαστών και αριστερών επαναστατών.
Ο Τσε έγραφε στο "Otra Vez": "Η Λα Παζ είναι η Σαγκάη της Αμερικάνικης ηπείρου. Μια μεγάλη ποικιλία ριψοκίνδυνων ανθρώπων απ' όλες τις εθνικότητες φυτρώνει και ανθίζει στην πολύχρωμη αυτή πόλη των μιγάδων". Εκεί, ο Τσε γνώρισε διάφορους πολιτικούς αγωνιστές, με τους οποίους είχε πολλές συζητήσεις και λογομαχίες. Συναντήθηκε, επίσης και με μερικούς Αργεντινούς που ζούσαν στην Λα Παζ. Ανάμεσα σε αυτούς που γνώρισε ήταν κι ένας εξόριστος Αργεντινός, ο Νόγκες
.Η επιρροή των σημαντικών κοινωνικών γεγονότων που συνέβαιναν στη Βολιβία αντανακλώνται στα σχόλια που έκανε ο Τσε για αυτόν τον ηγέτη της Αργεντίνικης κοινότητας. "Οι πολιτικές του ιδέες είναι εδώ και κάμποσο καιρό ξεπερασμένες, όμως αυτός τις διατηρεί ανεξάρτητα από την προλεταριακή καταιγίδα που έχει ξεσπάσει στο πολεμοχαρές μας ημισφαίριο". Με αυτές τις κοινωνικές επαφές, ο Τσε ζούσε μια διπλή ζωή στη Λα Παζ. Από την μια παρακολουθούσε το επαναστατικό κίνημα και από την άλλη συμμετείχε στη ζωή της υψηλής κοινωνίας της Αργεντίνικης κοινότητας. Κάποια στιγμή ο αδερφός του Νόγκες, που είχε γυρίσει πρόσφατα από την Ευρώπη, έδειξε στον Τσε και τον Καλίκα μια πρόσκληση που είχε λάβει για τον γάμο ενός Ελληνα μεγιστάνα, του Αριστοτέλη Ωνάση.
Η φωτιά της επανάστασης
Ομως, ήταν οι επαναστατικές εξελίξεις που έζησε ο Τσε στη Λα Παζ,, που τον επηρέασαν περισσότερο. Τον Ιούλη έγραφε στον πατέρα του λέγοντας ότι ήθελε να μείνει περισσότερο στη Βολιβία διότι "...είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα χώρα και βρίσκεται σε στιγμές μεγάλου αναβρασμού. Στις 2 Αυγούστου θα εφαρμοστεί η αγροτική μεταρρύθμιση και αναμένεται να γίνουν φασαρίες και συγκρούσεις σε ολόκληρη την χώρα. Εχουμε δει απίστευτες διαδηλώσεις, ανθρώπους οπλισμένους με Μάουζερς και "πιριπίπι" (πολυβόλα) να πυροβολούν για πλάκα. Κάθε μέρα ακούγονται πυροβολισμοί και υπάρχουν πολλοί νεκροί και τραυματίες".
Ο Τσε θέλοντας να γνωρίσει τους φημισμένους Βολιβιανούς εργάτες των ορυχείων από πρώτο χέρι, επισκέφτηκε τα ορυχεία της Μπάλσα Νέγκρα, που βρισκόταν έξω από την Λα Παζ. Πριν από την επανάσταση οι φρουροί της εταιρείας πυροβολούσαν εν ψυχρώ τους απεργούς εργάτες. Τώρα όμως τα ορυχεία είχαν εθνικοποιηθεί. Ο Τσε συνάντησε φορτηγά γεμάτα με εργάτες που γύριζαν από την πρωτεύουσα, όπου είχαν πάει για να διαδηλώσουν την υποστήριξη τους στον αγώνα των αγροτών για αγροτική μεταρρύθμιση. "Με σκληρές εκφράσεις στα πρόσωπα τους και με τα κόκκινα πλαστικά κράνη τους φάνταζαν σαν πολεμιστές από άλλους κόσμους".
Παρ' όλο, όμως που είδε την τρομερή δύναμη των Βολιβιανών εργατών ο Τσε δεν κατάφερε ποτέ να καταλάβει πραγματικά τον αποφασιστικό ρόλο που μπορεί να παίξει η εργατική τάξη στη σοσιαλιστική επανάσταση, ακόμα και σε χώρες όπως η Βολιβία, όπου η εργατική τάξη αποτελούσε την μειοψηφία του πληθυσμού. Αυτή του η αδυναμία, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες έμελλε να έχει ένα άμεσο αντίκτυπο στις ιδέες που ανάπτυξε αργότερα.
Σ' αυτό όμως το στάδιο της πολιτικής εξέλιξης του Τσε, πρέπει να σημειώσουμε την μεγάλη επιρροή που άσκησαν τα γεγονότα της Βολιβίας στην αντίληψη του. Για πρώτη φορά στη ζωή του ήρθε σε άμεση επαφή με την φλόγα της επανάστασης. Παρά όμως το σαρωτικό χαρακτήρα αυτών των γεγονότων, ο Τσε παράμεινε ακόμα κύρια παρατηρητής παρά ενεργός συμμέτοχος σ' αυτά.
Αφού παράτειναν τη διαμονή τους στην Λα Παζ για περίπου ένα μήνα, τελικά ο Τσε κι ο Καλίκα, συνέχισαν το ταξίδι τους. Εμειναν λίγο καιρό στο Περού και στη Λίμα, συνάντησαν ξανά τον δόκτωρ Πέσκε και τον Νόγκες. Ο Νόγκες τους κάλεσε μερικές φορές να δειπνήσουν μαζί στο "Κάουντρι Κλάμπ" και στο πιο ακριβό ξενοδοχείο της Λίμας, το "Γκράντ Οτέλ Μπολιβάρ".
Μετά, συνέχισαν για το Εκουαδόρ όπου έκαναν καινούργιες φιλίες. Ο Τσε σκόπευε να συνεχίσει με τον Καλίκα για την Βενεζουέλα. Μετά όμως από μια σειρά περιπέτειες ο Καλίκα και ο Τσε χώρισαν. Ο Καλίκα κατευθύνθηκε προς το Καράκας και ο Τσε μαζί με ένα νέο φίλο, τον Γκάλο, προς την Γουατεμάλα. Βέβαια είχαν μείνει χωρίς λεφτά και έτσι αναγκάστηκαν να δουλέψουν για να πληρώσουν τα εισιτήρια του πλοίου. Πριν φτάσουν στην Γουατεμάλα πέρασαν από την Κόστα Ρίκα, τον Παναμά και τη Νικαράγουα και στο δρόμο ειχαν την ευκαιρία να γνωρίστούν και να συζητήσουν με διάφορα άτομα και παρέες. Ταξιδεύοντας με κατεύθυνση τον βορρά προς την Κεντρική Αμερική, ο Τσε μπήκε για πρώτη φορά σε ένα διαφορετικό κόσμο απ' αυτόν που υπήρχε στη νότια χερσόνησο της Λατινικής Αμερικής. Ο ιμπεριαλισμός κυριαρχούσε σε αυτές τις χώρες του νότου σε συνεργασία με την ντόπια αδύναμη εθνική αστική τάξη. Υπήρχε ένας σχετικά μεγάλος αστικός πληθυσμός, και η εργατική τάξη στις πόλεις όπως και οι κοινωνίες ήταν πιο αναπτυγμένες. Αυτό συνέβαινε ακόμα και στις φτωχότερες εκείνη την εποχή χώρες, όπως η Βολιβία και το Περού
.Ωστόσο, σε μια σειρά χώρες της Κεντρικής Αμερικής ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ επέβαλλε απ' ευθείας ντόπιους τυρράνους ως δικτάτορες και την ίδια στιγμή, μισητές εταιρείες όπως η Coca-Cola και η United Fruit Company λεηλατούσαν ξεδιάντροπα τις οικονομίες τους. Οπως σχολίασε κι ο Τσε: "...οι χώρες αυτές δεν ήταν πραγματικά έθνη, αλλά ιδιωτικά φέουδα". Κι αυτά συνέβαιναν μόλις 50 χρόνια αφότου ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ δημιούργησε το κράτος του Παναμά, που διοικούσε σαν να ήταν χτήμα του, για να έχει τον έλεγχο της διώρυγας που είχε φτιάξει για να εξυπηρετεί τους εμπορικούς και στρατηγικούς του στόχους. Η Νικαράγουα κυβερνιόταν για 30 χρόνια από ένα διεφθαρμένο δικτάτορα, τον Σομόζα. Το Σαλβαδόρ κυβερνήθηκε από μια σειρά δικτατόρων, που σαν κύριο στόχο τους είχαν να υπερασπίσουν τα συμφέροντα των ιδιοκτητών φυτειών καφέ και οι Ονδούρες έπαιζαν ουσιαστικά το ρόλο της ιδιωτικής φυτείας της United Fruit Company.
Η United Fruit Company ήταν το σύμβολο της εκμετάλλευσης της ηπείρου από τον ιμπεριαλισμό. Ο αγαπημένος ποιητής του Τσε, ο Πάμπλο Νερούδα, έγραψε μερικούς ειρωνικούς στίχους με τίτλο "La United Fruit CO", εκφράζοντας έτσι τα αισθήματα των Λατινοαμερικανών για την ιμπεριαλιστική κυριαρχία.
"Οταν ήχησαν οι σάλπιγγες
όλα πάνω στην γή είχαν ετοιμαστεί
κι ο Ιεχωβάς μοίρασε τον κόσμο
στην Coca-Cola Inc, την Anaconda,
την Ford Motors και σ' άλλες οντότητες
Η United Fruit Company κράτησε γι' αυτήν το πιο ζουμερό:
το κεντρικό παράλιο της γής μου,
τη γλυκειά μέση της Αμερικής...".
Το ποίημα του Νερούδα συνεχίζει και καταγγέλει την εταιρεία που δημιούργησε τις "δικτατορίες της μύγας", τους δικτάτορες δηλαδή της Κεντρικής Αμερικής:
"μύγα Τρουχίγιο, μύγα Τάτσος,
μύγα Καρρίας, μύγα Μαρτίνεζ,
μύγα Ουβίκο....
μύγες ποτισμένες με αίμα"
Στη Γουατεμάλα
Αν τα γεγονότα στην Βολιβία επηρέασαν τον Τσε, οι εξελίξεις στη Γουατεμάλα, στις οποίες συμμετείχε για πρώτη φορά ενεργά, αλλαξαν την πορεία της ζωής του. Εφτασε στην πόλη της Γουατεμάλας την παραμονή των Χριστουγέννων και για πρώτη φορά, τάχθηκε ανοικτά με ένα πολιτικό σκοπό. Ήξερε τώρα περίπου, που ήθελε να αφιερώσει την ζωή του. Λίγο πριν την άφιξη του, στις 10 Δεκέμβρη, έγραψε ένα γράμμα στη θεία του Βεατρίκη, με την οποία είχε ιδιαίτερα στενές σχέσεις, περιγράφοντας σε γενικές γραμμές τις πολιτικές του απόψεις. Αυτές οι απόψεις αναμφίβολα ήταν αντανάκλαση της επιρροής που άσκησαν πάνω του τα γεγονότα στη Βολιβία. Για πρώτη φορά φαινόταν να υϊοθετεί καθαρά τις σοσιαλιστικές ιδέες.
"Στη ζωή μου μέχρι τώρα τσαλαβουτούσα στα θολά νερά του κατεστημένου, ώσπου εγκατέλειψα θαραλλέα τις πολυτελείς αποσκευές μου και με ένα σακκίδιο στον ώμο και τον σύντροφο μου Γκαρσία πήρα αυτό το δύσβατο μονοπάτι που μας οδήγησε εδώ. Στο δρόμο μου είχα την ευκαιρία να περάσω από τις κτήσεις της United Fruit Company και πείστηκα για άλλη μια φορά για το πόσο απαίσια είναι αυτά τα καπιταλιστικά χταπόδια. Ορκίστηκα τότε μπροστά σε μια εικόνα του γέρου και πολυθρηνημένου Στάλιν, ότι δεν θα ησυχάσω μέχρι να εξοντωθούν. Στην Γουατεμάλα θα τελειοποιήσω τον εαυτό μου και θα κάνω ότι χρειάζεται για να γίνω ένας αυθεντικός επαναστάτης". Υπόγραψε το γράμμα του με την εξής φράση: "από τον ανιψιό σου με τη σιδερένια κράση, το άδειο στομάχι και τη λαμπρή πίστη στο σοσιαλιστικό μέλλον. Γειά σου".
Το 1953, η λαϊκή φιλό-αριστερίζουσα κυβέρνηση της Γουατεμάλας, με πρόεδρο τον συνταγματάρχη Τζιάκομπο Αρμπένς, βρέθηκε σε μια κατα μέτωπο αναμέτρηση με τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και τους πλούσιους αστούς της Γουατεμάλας. Ο Αρμπένς, στην πραγματικότητα συνέχισε να παίρνει διάφορα μεταρυθμιστικά μέτρα, που είχε αρχίσει η προηγούμενη κυβέρνηση που ήρθε στην εξουσία τη 10ετία του '40, αφού ανάτρεψε τον αδίστακτο δικτάτορα Ουβίκο.
Οι ΗΠΑ ανέχτηκαν στην αρχή αυτή την ρεφορμιστική κυβέρνηση. Ομως, το 1952, ο Αρμπένς ξεπέρασε τα όρια θεσπίζοντας ένα διάταγμα αγροτικών μεταρρυθμίσεων, που καταργούσε τα λατιφούντια (τα μεγάλα αγρακτήματα) και εθνικοποιούσε την ιδιοκτησία της μισητής United Fruit Company.
Αυτό το μέτρο προκάλεσε ασφαλώς την οργή της πλούσιας λευκής ελίτ της Γουατεμάλας, αλλά υποστηρίχτηκε μαζικά από τους ιθαγενείς, τους μιγάδες φτωχούς αγρότες και τους εργάτες των πόλεων. Η United Fruit Company βέβαια και η κυβέρνηση του προέδρου Αϊζενχάουερ εξοργίστηκαν. Ηταν πια θέμα χρόνου πότε η CIA θα υποκινούσε την ανατροπή της κυβέρνησης.
Το "σοσιαλιστικό" πείραμα της Γουατεμάλας προσέλκυσε χιλιάδες Λατινοαμερικάνους, που ήρθαν να ζήσουν από πρώτο χέρι την πρόκληση αυτή ενάντια στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ. Η χώρα συγκλονιζόταν από μαζικές κινητοποιήσεις, ενώ ιδρύονταν πολυάριθμες πολιτοφυλακές από την κυβέρνηση και διάφορα πολιτικά κόμματα, που στην πλειοψηφία τους όμως ήταν άοπλες. Την ίδια ώρα, οι δυνάμεις της αντίδρασης άρχισαν κι αυτές να οπλίζονται και να κινητοποιούνται.
Ανάμεσα σ' αυτούς που ζούσαν τα δραματικά αυτά γεγονότα που εκτυλίσσονταν στη Γουατεμάλα, εκτός από τον Τσε, ήταν και αρκετοί μελλοντικοί ηγέτες Λατινοαμερικάνικων αριστερών οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένου και του Ροδόλφου Ρομέρο, που θα γινόταν ένας από τους ηγέτες των Σαντινίστας στη Νικαράγουα (FSLN-Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας) που ανάτρεψαν τη δικτατορία του Σομόζα το 1979.
Εκεί, ο Τσε γνωρίστηκε με μια σειρά αγωνιστών και άρχισε να συζητά πολιτικά μαζί τους. Προσωρινά, κατόρθωσε να βρει μια δουλειά, ως γιατρός σε ένα νοσοκομείο, όπου και γνώρισε τη Χίλντα Γαδέα, μια εξόριστη αρχηγό της νεολαιϊστικης πτέρυγας του ριζοσπαστικού λαϊκού Περουβιανού κινήματος APRA. Αυτή με την σειρά της, τον σύστησε σε ηγέτες διάφορων πολιτικών οργανώσεων και του έδωσε να διαβάσει πολιτικά βιβλία, συμπεριλαμβανομένων και μερικών έργων του Μάο Τσε Τούνγκ.
Κατά τη διάρκεια αυτών των γεγονότων ο Τσε συνάντησε τότε και μερικούς Κουβανούς εξόριστους. Η κυβέρνηση Αρμπένς τους παρείχε άσυλο μετά τη συμμετοχή τους στην επίθεση της 26 Ιούλη 1953 ενάντια στο στρατόπεδο της Μονκάντα, στην Κούβα. Έτσι για πρώτη φορά, ο Τσε έμαθε για τον αγώνα που εξελισσόταν στην Κούβα ενάντια στο καθεστώς του Μπατίστα.
Λαϊκό Μέτωπο
Η ταχύτητα με την οποία εξελίσσονταν τα γεγονότα στην Γουατεμάλα συνετέλεσε στην ωρίμανση των ιδεών του Τσε. Τότε ουσιαστικά άρχισε να κάνει κριτική στα Κομμουνιστικά Κόμματα, που είχαν υιοθετήσει την πολιτική των "Λαϊκών Μετώπων", η οποία τους οδηγούσε σε συμμαχίες με τμήματα της ντόπιας αστικής τάξης. Η ηγεσία των Κομμουνιστικών Κομμάτων, λανθασμένα βέβαια, υποστήριζε ότι μια τακτική συμμαχίας με την "προοδευτική" πτέρυγα της εθνικής αστικής τάξης ήταν αναγκαία για τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και για την υπεράσπιση και διεύρυνση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ελεγαν ότι ένα στάδιο "καπιταλιστικής δημοκρατίας και οικονομικής ανάπτυξης" ήταν απαραίτητο πριν η εργατική τάξη μπορέσει να παλέψει και να κατακτήσει τον σοσιαλισμό.
Αυτή η πολιτική είχε βέβαια σαν κατάληξη, οι ίδιοι οι ηγέτες των Κομμουνιστικών Κομμάτων να περιορίζουν τους αγώνες της εργατικής τάξης για να τους εμποδίσουν να απειλήσουν τα καπιταλιστικά συμφέροντα. Έτσι όμως, το εργατικό κίνημα παράλυε και συχνά οδηγιόταν σε αιματηρή ήττα από την αντίδραση. Το κυρίαρχο τμήμα της άρχουσας τάξης δεν δίσταζε καθόλου να καταργήσει τα δημοκρατικά δικαιώματα και να επιβάλει δικτατορικές μεθόδους διακυβέρνησης για να υπερασπίσει τα συμφέροντα της τάξης τους.
Ο Τσε, παρόλο που δεν μπορούσε ακόμα να προβάλει μια ξεκάθαρη εναλλακτική λύση σε αυτή την πολιτική, καταλάβαινε ότι τα Κομμουνιστικά Κόμματα απομακρύνονταν από τις μάζες, για να 'χουν μερτικό σε μια καπιταλιστική κυβέρνηση συνασπισμού. Εκείνη την στιγμή πίστευε, λανθασμένα, ότι κανένα κόμμα στη Λατ.Αμερική δεν μπορούσε να παραμένει επαναστατικό και ταυτόχρονα να παίρνει μέρος σε εκλογές.
Αν και είχε αρχίσει να ξεκαθαρίζει τις απόψεις του, οι ιδέες του δεν είχαν ακόμα διαμορφωθεί πλήρως. Εν τω μεταξύ, τα γεγονότα στην Γουατεμάλα ξεπέρασαν το στάδιο της φραστικής πολεμικής και απαιτούσε δράση. Οι ΗΠΑ ανησυχούσαν όλο και περισσότερο με την τροπή που έπαιρναν τα γεγονότα και είχαν καταλήξει ότι αυτή η κυβέρνηση έπρεπε να ανατραπεί. Το παράδειγμα του κινήματος της Γουατεμάλα είχε ήδη αρχίσει να ξαπλώνεται και σε άλλες χώρες της Κεντρικής Αμερικής. Στις Ονδούρες ξέσπασε γενική απεργία. Ο δικτάτορας της Νικαράγουα, Σομόζα, φοβόταν ότι ο λαός του θα ακολουθούσε το παράδειγμα των γειτονικών χωρών.
Η CIA βέβαια είχε έτοιμο ένα σχέδιο για την ανατροπή της κυβέρνησης της Γουατεμάλας. Κάποιος Καστίγιο Αρμας επιλέχθηκε για να αντικαταστήσει τον Αρμπενς στην προεδρία. Εκπαίδευσαν μια παραστρατιωτική δύναμη στη Νικαράγουα, και προετοίμασαν τους δικούς τους ανθρώπους μέσα στο στρατό της Γουατεμάλα για να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Ο Αρμπένς, όμως, αρνήθηκε να πάρει μέτρα ενάντια στους συνωμότες και προσπάθησε να κατευνάσει το στρατό. Λίγες μέρες πριν την ανατροπή της κυβέρνησης του, το 1954, έκανε έκκληση στον ίδιο τον στρατό να μοιράσει όπλα στις πολιτοφυλακές που είχαν ιδρυθεί. Το επιτελείο του στρατού αρνήθηκε και η κυβέρνηση έπεσε. Ο καπιταλιστικός κρατικός μηχανισμός είχε αφεθεί ανέπαφος και δεν είχε δημιουργηθεί μια εναλλαχτική εξουσία, μέσα από επιτροπές εργατών και αγροτών, που θα μπορούσαν να προσεταιριστούν τους φαντάρους και να τους κερδίσουν στις γραμμές τους.
Η ήττα και η αποτυχία του Αρμπένς να πάρει μέτρα ενάντια στον καπιταλιστικό κρατικό μηχανισμό έμειναν αναλλοίωτα στη μνήμη του Τσε και αγωνίστηκε σκληρά για να μην επαναληφθούν στην Κούβα, όταν εξελισσότανε εκεί η επανάσταση. Ο Τσε, αφού κρύφτηκε για μια περίοδο, βρήκε μετά άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής και τελικά μπόρεσε τον Σεπτέμβρη να φύγει για το Μεξικό. Παρόλο που ήταν ένας νέος αγωνιστής οι κινήσεις του δεν πέρασαν απαρατήρητες. Η CIA του άνοιξε φάκελο, ο οποίος μέσα στα επόμενα χρόνια έγινε ένας από τους πιο χοντρούς φακέλους που είχαν ανοίξει ποτέ για ένα άτομο.
Εκεί, στο Μεξικό ο Τσε, γνώρισε και τον Φιντέλ Κάστρο έναν από τους ηγέτες του Κινήματος της 26ης Ιούλη, που πάλευε ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα στην Κούβα. Η πρώτη τους συνάντηση έγινε το 1955 και έπειτα από αυτήν ο Τσε προσχώρησε τελικά στο Κίνημα.
Μετά από τις εμπειρίες του στην Βολιβία και ιδιαίτερα μετά τη συμμετοχή του στα γεγονότα στην Γουατεμάλα, ο Τσε μπήκε στην επόμενη φάση της ζωής του, όχι πια σαν γιατρός και κοινωνικός παρατηρητής, αλλά σαν ενεργός αγωνιστής και τελικά ηγέτης.
Που να ενταχτώ;
Μέχρι τη στιγμή της άφιξης του Τσε στο Μεξικό, η πίστη του στο σοσιαλισμό είχε πια ωριμάσει. Οσο έμεινε εκεί συνέχισε τη μελέτη του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν και διάβασε τον Τζακ Λόντον και άλλους συγγραφείς. Ωστόσο, παρά την εξέλιξη αυτή της πολιτικής κατάρτισης του Τσε, η κατανόηση του για την Μαρξιστική θεωρία ήταν ακόμη μονόπλευρη και ατελής.
Αυτή η αδυναμία γινόταν ιδιαίτερα φανερή όταν προσπαθούσε να εφαρμόσει την Μαρξιστική μέθοδο στις αποικιακές και ημι-αποικιακές χώρες της Λατινικής Αμερικής κι έμελλε να εκδηλωθεί ανοιχτά όταν εντάχτηκε στον πραγματικό αγώνα για την ανατροπή της δικτατορίας του Μπατίστα στην Κούβα.
Ο Τσε προσχώρησε στο Κίνημα της 26ης Ιούλη, που ίδρυσε ο Φιντέλ Κάστρο κι όχι στο Κουβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα. Αυτή του η απόφαση έχει προβληματίσει πολλούς στο χώρο της αριστεράς κι ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Η εξήγηση βρίσκεται στην πολιτική που ακολουθούσαν τα Κομμουνιστικά Κόμματα σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική εκείνη την εποχή και στο χαρακτήρα του Κινήματος της 26ης Ιούλη.
Το Κίνημα της 26ης Ιούλη ονομάστηκε έτσι στη μνήμη της επίθεσης ενάντια στο στρατόπεδο Μονκάντα, στο Σαντιάγκο της Κούβας, το 1953. Αυτή η επίθεση είχε πραγματοποιηθεί από μια ομάδα νεαρών που συνδέονταν κύρια με το Κουβανέζικο Λαϊκό Κόμμα, γνωστό σαν το Ορθόδοξο Κόμμα. Αυτό ήταν ένα ριζοσπαστικό Κουβανέζικο εθνικιστικό κόμμα, που είχε διασπαστεί από τους Αυθεντικούς (Αυθεντικό Επαναστατικό Κόμμα) το 1947 και είχε ηγέτη τον Εντουάρντο Τσίμπας, με κύριο στόχο "μια τίμια κυβέρνηση". Οι Αυθεντικοί, που αναδιοργανώθηκαν στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, αρχικά προσπάθησαν να παρουσιαστούν σαν συνεχιστές της εθνικής, δημοκρατικής επαναστατικής παράδοσης του 19ου αιώνα, του εθνικού ήρωα Χοσέ Μαρτί, του ποιητή και αγωνιστή της ανεξαρτησίας, που σκοτώθηκε το 1895 ενώ ήταν επικεφαλής μιας έφιππης επίθεσης ενάντια στον Ισπανικό στρατό.
Το κίνημα του Μαρτί για ανεξαρτησία περιελάμβανε πολλές τάσεις στις γραμμές του. Ο ίδιος ο Μαρτί υποστήριζε ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό πρόγραμμα και φαίνεται ότι επηρεαζόταν από ορισμένες αναρχικές οργανώσεις, που είχαν δεσμούς με το ισπανικό εργατικό κίνημα. Ωστόσο, όπως τονίζει ο Χιού Τόμας στο μακροσκελή του τόμο: "Κούβα, η Αναζήτηση της Ελευθερίας", ο Μαρτί "...από τα γραφτά του, δείχνει περισσότερο σύγχρονος του Ρουσσώ παρά του Μαρξ...". Ο Μαρτί ήταν στην ουσία ένας αγωνιστής της εθνικής ανεξαρτησίας και υπερασπιστής της "κοινωνικής δικαιοσύνης". Δεν υποστήριζε τη ρήξη με τον καπιταλισμό, και δεν είχε σοσιαλιστικές ιδέες.
Οι Αυθεντικοί όμως, όλο και περισσότερο νέρωναν τις θέσεις τους, ακριβώς όπως έμελλε να κάνει και το Ορθόδοξο Κόμμα, λιγότερο από μια 10ετία αργότερα. Ωστόσο, μέσα στην οργάνωση νεολαίας του Ορθόδοξου Κόμματος υπήρχε ένα ριζοσπαστικό ρεύμα που αντιδρούσε ενάντια στην ηγεσία, εξαιτίας της ανυπαρξίας σοβαρού αγώνα από το κόμμα ενάντια στο καθεστώς Μπατίστα.
Εκείνοι που πραγματοποίησαν την επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάντα έλπιζαν πως έτσι θα πυροδοτούσαν μια εθνική εξέγερση ενάντια στον Μπατίστα. Αντίθετα, όμως, η επίθεση αυτή καταστάληκε βίαια και όσοι πήραν μέρος σκοτώθηκαν ή φυλακίστηκαν. Ανάμεσα σ' αυτούς που πήραν μέρος ήταν ο Φιντέλ Κάστρο και ο αδελφός του ο Ραούλ. Οι περισσότεροι από τους 170 μαχητές που συμμετείχαν προέρχονταν από φτωχά μικροαστικά στρώματα ή από την εργατική τάξη. Παρόλ' αυτά, δεν ήταν υποστηρικτές σοσιαλιστικών ιδεών. Μόνο ο Ραούλ Κάστρο ήταν μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας, αλλά πήρε μέρος στην επίθεση σαν άτομο και χωρίς να το ξέρει το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Το πρόγραμμα της εξέγερσης
Η πλειοψηφία, δεν ήταν μέλη καμιάς πολιτικής οργάνωσης. Το πρόγραμμα που υποστήριζαν βασιζόταν κύρια στις πιο ριζοσπαστικές πτυχές του προγράμματος του αστικού, δημοκρατικού Ορθόδοξου Κόμματος. Ο Φιντέλ Κάστρο δεν αποτελούσε εξαίρεση. Εκείνη την εποχή δε θεωρούσε καθόλου τον εαυτό του σοσιαλιστή και σίγουρα δεν πίστευε στη Μαρξιστική ιδεολογία, παρόλο που είχε διαβάσει λίγο Μαρξ και Λένιν.
Οι βασικές θέσεις που υπεράσπιζαν οι εξεγερθέντες της Μονκάντα συνοψίζονταν στη διακήρυξη που διάβασαν μετά την κατάληψη του ραδιοσταθμού: "Η Επανάσταση διακηρύσσει τη σταθερή της πρόθεση να εγκαθιδρύσει στην Κούβα ένα καθεστώς πρόνοιας και οικονομικής ευημερίας που να διασφαλίζει την ευφορία του πλούσιου υπεδάφους της, τη γεωγραφική της θέση, και μια πλατιά παραγωγή γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων Η Επανάσταση διακηρύσσει το σεβασμό της στους εργάτες... και ... την εγκαθίδρυση μιας πραγματικής κοινωνικής δικαιοσύνης, στηριγμένης στην οικονομική και βιομηχανική πρόοδο και βασισμένη σε ένα καλά οργανωμένο και επίκαιρο εθνικό σχεδιασμό...". Η διακήρυξη διαβεβαίωνε πως "...αναγνωρίζει και βασίζεται στις ιδέες του Μαρτί" και μετά δεσμευόταν να αποκαταστήσει το σύνταγμα του 1940.
Με άλλα λόγια, πρότεινε την εγκαθίδρυση στην Κούβα μιας σύγχρονης, βιομηχανικής καπιταλιστικής δημοκρατίας που θα εξασφάλιζε στοιχειώδη δικαιώματα στην εργατική τάξη και τους φτωχούς. Αυτό υπογραμμίστηκε ακόμα πιο έντονα από τον Κάστρο, μετά τη σύλληψη του, στην απολογία του στο δικαστήριο. Ο Κάστρο περιέγραψε 5 νόμους που είχαν πρόθεση να εφαρμόσουν μόλις θα έπαιρναν την εξουσία. Οι νόμοι αυτοί ήταν ριζοσπαστικοί και υπόσχονταν εθνικοποίηση των τηλεπικοινωνιών και άλλων δημοσίων υπηρεσιών, ένα πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης και ανασυγκρότηση της βιομηχανίας ζάχαρης. Πρότεινε ακόμα ένα σχέδιο συμμετοχής στα κέρδη στους ζαχαρόμυλους και άλλους μη αγροτικούς τομείς της οικονομίας.
Ωστόσο, το πρόγραμμα αυτό δεν υποσχόταν καν την εθνικοποίηση της βιομηχανίας ζάχαρης και δεν πρότεινε τον τερματισμό της ξένης ιδιοκτησίας στην οικονομία. Στην ουσία, ήταν ένα πρόγραμμα φιλελεύθερης καπιταλιστικής μεταρρύθμισης, που αν εφαρμοζόταν θα κινούνταν στην κατεύθυνση της εκπλήρωσης των καθηκόντων της αστικοδημοκρατικής επανάστασης.
Ιστορικά, βέβαια τα καθήκοντα αυτά περιλαμβάνουν την αγροτική μεταρρύθμιση και την κατάργηση των φεουδαρχικών ταξικών σχέσεων, την ανάπτυξη της βιομηχανίας, την ενοποίηση της χώρας σε ένα εθνικό κράτος, την εγκαθίδρυση αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, την κατάκτηση εθνικής ανεξαρτησίας από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία και βάζουν τις βάσεις για τη δημιουργία ενός σύγχρονου εθνικού κράτους.
Η ακριβής μορφή όμως, που παίρνουν τα καθήκοντα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης διαφέρει από χώρα σε χώρα και έτσι, σ' ορισμένες χώρες μερικά από τα ζητήματα αυτά μπορούν να λυθούν, έστω μερικά, ενώ σ' άλλες παραμένουν άλυτα. Για παράδειγμα, στην Αργεντινή, επικρατούν οι αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας στην ύπαιθρο και όχι πια οι φεουδαρχικές. Ωστόσο, η Αργεντινή συνεχίζει να στραγγαλίζεται από την οικονομική κυριαρχία των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών.
Εδώ και 10ετίες στις ημι-αποικιακές και αποικιακές χώρες, όπως η Κούβα, η εκπλήρωση του προγράμματος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σήμαινε ρήξη με τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Αυτό συμβαίνει επειδή η εθνική αστική τάξη είναι τόσο αδύναμη, τόσο δεμένη με τους γαιοκτήμονες και εξαρτημένη από τον ιμπεριαλισμό, που δεν μπορεί να φέρει σε πέρας την αστικοδημοκρατική επανάσταση. Ένας ακόμα λόγος είναι ο φόβος της εθνικής αστικής τάξης για το εργατικό κίνημα και τον κίνδυνο να πάρει αυτό στα χέρια του τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό.
Ο σφιχτός κλοιός στον οποίο κρατούσε ο ιμπεριαλισμός την Κούβα, και ο εκφυλισμός της ντόπιας αστικής τάξης, δεν επέτρεπαν ακόμα κι ένα περιορισμένο πρόγραμμα φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Αλλά, αυτές οι μεταρυθμίσεις ήταν αναγκαίες για να μπορέσει η κοινωνία να αναπτυχθεί.
Όπως έδειξε κι η Ρώσικη Επανάσταση, το 1917, το καθήκον αυτό μπορούσε να εκπληρωθεί από την εργατική τάξη, ακόμα και στις χώρες που αυτή αποτελούσε μια μειοψηφία. Μπορούσε να το φέρει σε πέρας, παίρνοντας τον έλεγχο της διαχείρισης της κοινωνίας και εγκαθιδρύοντας μια εργατική δημοκρατία. Έτσι, η φεουδαρχία και ο καπιταλισμός θα μπορούσαν να ανατραπούν αν η εργατική τάξη κέρδιζε την υποστήριξη των φτωχότερων κομματιών της αγροτιάς και των άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων, όπως τα μεσαία στρώματα και τη διανόηση της πόλης.
Στη συνέχεια, μέσα από την εξάπλωση της επανάστασης στις πιο αναπτυγμένες βιομηχανικά καπιταλιστικές χώρες, μπορούσε πια να αρχίσει η ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού παγκόσμια. Η νικηφόρα επανάσταση σ' αυτές τις χώρες θα απότρεπε τον κίνδυνο της απομόνωσης των άλλων εργατικών κρατών και εξαιτίας της ψηλότερης παραγωγικότητας τους, θα έβαζε τις βάσεις για την ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού - δηλαδή μιας κοινωνίας της αφθονίας, που να ικανοποιεί όλες τις κοινωνικές ανάγκες. Με αυτό τον τρόπο τα καθήκοντα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης θα εκπληρώνονταν από την εργατική τάξη σαν μέρος της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης.
Αυτές ήταν οι κλασσικές ιδέες της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης, που βασίστηκε στην εμπειρία των επαναστάσεων του 1905 και του 1917 στη Ρωσία η οποία αναπτύχθηκε από τον Τρότσκι και υιοθετήθηκε από τον Λένιν.Η Κουβανέζικη Επανάσταση, υλοποιώντας με ένα στρεβλό τρόπο αυτή την Μαρξιστική πρόβλεψη, θα κατάληγε τελικά να ανατρέψει τους γαιοκτήμονες και τον καπιταλισμό και να επιβάλει μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία. Η επανάσταση αυτή έμελλε να κερδίσει μαζική υποστήριξη και να αποφέρει τεράστια οφέλη στον Κουβανέζικο λαό. Αλλά, το νέο καθεστώς, που θριάμβευσε το 1959, δε θα βασιζόταν δυστυχώς στην εργατική δημοκρατία.
Ο Κάστρο και το Κίνημα της 26ης Ιούλη
Την περίοδο της επίθεσης στην Μονκάντα, ο Κάστρο συνέχιζε να διακηρύσσει την υποστήριξη του προς τους Ορθόδοξους. Η κομματική ηγεσία, όμως, θεωρούσε την απόπειρα επίθεσης στη Μονκάντα τυχοδιωκτισμό. Μεγάλα τμήματα των Ορθόδοξων και του μικροαστικού πληθυσμού των πόλεων έλπιζαν ακόμη να πετύχουν κάποιο συμβιβασμό με τη δικτατορία. Ο Μπατίστα καταδίκασε την επίθεση αυτή σαν μια απόπειρα "κομμουνιστικού πραξικοπήματος". Το Κομμουνιστικό Κόμμα, την κατάγγειλε σαν απόπειρα "αστικού πραξικοπήματος".
Ο Αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, εκείνη την εποχή, ανησυχούσε όλο και περισσότερο για αυτό που θεωρούσε "κομμουνιστική διείσδυση" σε ολόκληρη τη Λ. Αμερική. Κάτω από την πίεση της Ουάσιγκτον, μετά από μια επίσκεψη στην Αβάνα του διευθυντή της CIA Άλλεν Ντάλλες, ο Μπατίστα συμφώνησε να ιδρύσει ένα "Γραφείο Καταστολής Κομμουνιστικών Δραστηριοτήτων" (BRAC).
Ομως, ούτε η CIA, ούτε ο Μπατίστα είχαν υπόψη τους τον Κάστρο και τους υποστηρικτές του όταν φτιάχτηκε αυτή η ειδική αστυνομική μονάδα. Σαν αποτέλεσμα της μικρής σημασίας που αποδιδόταν στην απειλή που αυτοί αποτελούσαν τότε, ο Κάστρο και οι άλλοι φυλακισμένοι αντάρτες απελευθερώθηκαν το 1955, σαν "χειρονομία καλής θέλησης", μετά από μια εκστρατεία που στην αρχή ξεκίνησε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ο Κάστρο έγινε το πρόσωπο της ημέρας στην Κούβα, εξαιτίας του ανυποχώρητου αγώνα του ενάντια στο Μπατίστα και ιδιαίτερα μετά την φυλάκιση του στο διαβόητο Νησί των Πεύκων. Παρ' όλα αυτά, ο μοναδικός όρος για την απελευθέρωση του ήταν να εγκαταλείψει την Κούβα. Κατάφυγε λοιπόν τότε στο Μεξικό, που από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 είχε γίνει τόπος συγκέντρωσης Κουβανών εξόριστων και αρκετών οπαδών του.
Ο Κάστρο απόχτησε τη φήμη ενός θαρραλέου και χαρισματικού ηγέτη και αυτή του την εικόνα, μπόρεσε να την αξιοποιήσει στο έπακρο. Έτσι, το καλοκαίρι του 1955 ιδρύθηκε κι επίσημα η νέα του ομάδα, το Κίνημα της 26ης Ιούλη, και ο ίδιος εγκατέλειψε τους Ορθόδοξους, το 1956. Στην ιδρυτική του διακήρυξη το Κίνημα δήλωνε πως κατά την άποψη του: "η φιλοσοφία του Τζέφερσον διατηρούσε ακόμα την ισχύ της". Ο Τζέφερσον ήταν ένας από τους ηγέτες του Αμερικάνικου Πολέμου για την Ανεξαρτησία, τον 18ο αιώνα, ενάντια στην αποικιακή Βρετανική κυριαρχία. Η "φιλοσοφία" του ήταν επομένως ο φιλελεύθερος καπιταλισμός και η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ο Κάστρο θεωρούσε λοιπόν τότε ότι οι ΗΠΑ ήταν το βασικό μοντέλο του για την Κούβα.
Μέσα στο κίνημα των Ορθόδοξων ένα στρώμα επεδίωκε διαπραγματεύσεις και συμβιβασμό με τη δικτατορία, ενώ ιδιαίτερα η νεολαία, απαιτούσε να παρθούν πιο δυναμικά μέτρα ενάντια στο καθεστώς.
Η επιρροή του Κάστρο μεγάλωσε ιδιαίτερα μετά την αυτοκτονία του πρώην ηγέτη του κόμματος, του Εντουάρντο Τσίμπας, το 1951. Προβάλλοντας τον εαυτό του σαν τον νέο Μαρτί, ο Κάστρο έκανε έκκληση στις γραμμές των Ορθόδοξων να τον στηρίξουν.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα στο περιθώριο
Την ίδια ώρα, το πολιτικό κενό μεγάλωνε λόγω της πολιτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας (Partito Socialista Popular-PSP). Ο Χιού Τόμας στο βιβλίο του για την Κούβα σημειώνει με αρκετή ακρίβεια: "Οι Κουβανέζοι Κομμουνιστές το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της περιόδου, βρίσκονταν στην αφάνεια...".
Το κόμμα είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος του κύρους του σαν αποτέλεσμα της μέχρι τότε υποστήριξης της πολιτικής του Λαϊκού Μετώπου. Η πολιτική αυτή είχε υιοθετηθεί από τα Κομμουνιστικά Κόμματα της Λ. Αμερικής μετά το 1935, σε μια σύσκεψη στην Μόσχα όλων των κομμουνιστικών κομμάτων της περιοχής, όπου η νέα γραμμή επιβλήθηκε σε όλες τις χώρες, με λίγες εξαιρέσεις, όπως η Βραζιλία.
Το PSP προπάθησε να την εφαρμόσει και στην Κούβα σε μια περίοδο μεγάλης κοινωνικής αναταραχής. Στα 1933 ξέσπασε μια ριζοσπαστική εξέγερση των κατώτερων αξιωματικών του στρατού. Ανάμεσα σ' άλλα ζητούσαν και την κατάργηση του Συμφώνου Πλάττ, που υπογράφηκε με τις ΗΠΑ το 1901 και τους έδινε το δικαίωμα να επεμβαίνουν στρατιωτικά στην Κούβα. Επικεφαλής αυτού του κινήματος ήταν ένας νεαρός αξιωματικός, που προερχόταν από εργατική οικογένεια, ο Φουλγκένσιο Μπατίστα.
Στη συνέχεια, ακολούθησαν μεγάλα κοινωνικά ξεσπάσματα και γενική ριζοσπαστικοποίηση του λαού. Η κυβέρνηση παράπαιε χωρίς κανένα κύρος. Η μόνη δύναμη που φαινόταν ικανή να ελέγξει τότε την κατάσταση ήταν ο στρατός, με επικεφαλής του εξεγερμένους κατώτερους αξιωματικούς. Ετσι, ο Μπατίστα έγινε εκείνη την εποχή εκφραστής των αντιφατικών συμφερόντων των διαφόρων τάξεων. Από την μια, της πίεσης ενός στρώματος της εθνικής αστικής τάξης για να υπερασπίσει τα δικά της συμφέροντα κόντρα στον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Από την άλλη, της πίεσης της εργατικής τάξης και στρωμάτων της ριζοσπαστικοποιημένης μικροαστικής τάξης για μεγαλύτερη κοινωνική αλλαγή. Για μια ολόκληρη περίοδο, ο Μπατίστα εξισορροπούσε ανάμεσα στις διαφορετικές ταξικές πιέσεις που εκδηλωνόντουσαν.
Ο Μπατίστα διοικούσε την Κούβα μέσα από μια σειρά από προέδρους-μαριονέτες, που έκαναν κάποιες παραχωρήσεις στους εργάτες και εφάρμοσαν ορισμένα μέτρα αγροτικής μεταρρύθμισης. Κατοχυρώθηκε, δηλαδή, ένα κατώτατο ημερομίσθιο και έγινε παράνομη η απόλυση εργαζομένων "χωρίς λόγο". Αυτά τα μέτρα βέβαια άργησαν να υλοποιηθούν, αλλά ενίσχυσαν παρόλα αυτά την αυτοπεποίθηση της εργατικής τάξης. Έτσι σαν λαϊκιστής ηγέτης από εργατική οικογένεια, ο Μπατίστα για μια σύντομη περίοδο, απόχτησε πλατιά υποστήριξη ανάμεσα στον πληθυσμό της Κούβας. Αλλά, όπως όλοι οι βοναπάρτες ηγέτες και τα καθεστώτα τους, που εξισορροπούν ανάμεσα σε διαφορετικά ταξικά συμφέροντα συνδυάζοντας κάποιες μεταρρυθμίσεις για τις μάζες και συγχρόνως καταστολή, σε τελική ανάλυση είναι υποχρεωμένοι να πάρουν το μέρος της μιας ή της άλλης τάξης και ειδικά σε αυτή την περίπτωση τους καπιταλιστές. Ο Μπατίστα απόδειξε πως δεν ήτανε εξαίρεση. Το καθεστώς του αντιμετώπιζε βίαια τους πολιτικούς του αντιπάλους. Με την καθοδήγηση του Μπατίστα και με την υποστήριξη του πρέσβη των ΗΠΑ, το 1935, κινητοποιήθηκε ο στρατός ενάντια σε μια Γενική Απεργία, που διεκδικούσε ένα νέο δημοκρατικό σύνταγμα. Παρ' όλο τον παλιότερο λαϊκιστικό εθνικισμό του, ο Μπατίστα ενέδωσε στις πιέσεις του ιμπεριαλισμού και τελικά συνεργάστηκε πλήρως μαζί του.
Μετά τη νίκη του στις προεδρικές εκλογές του 1940 κι αφού απόσυρε την υποψηφιότητα του το 1944, ο Μπατίστα επέστρεψε στην εξουσία με πραξικόπημα, που οργάνωσε το 1952, όταν έχασε άλλη μια εκλογική αναμέτρηση για το αξίωμα του Προέδρου. Το νέο μισητό καθεστώς του, που πήρε την εξουσία το 1952, έμελλε να εξαπολύσει τρόμο και καταστολή. Παρ' όλα αυτά οι Κομμουνιστές όλη αυτή την περίοδο υποστήριζαν τον Μπατίστα, ακολουθώντας δουλικά τις αποφάσεις της συνδιάσκεψης της Μόσχας του 1935.
Στο συνέδριο του, το 1939, το PSP κατάληξε πως έπρεπε: "να υϊοθετήσει μια πιο θετική στάση απέναντι στον Συνταγματάρχη Μπατίστα". Από εκείνη τη στιγμή και μετά, στα κομματικά έντυπα ο Μπατίστα δεν ήταν πια "...η βασική αιχμή της αντίδρασης, αλλά η βασική αιχμή της δημοκρατίας" (New York Daily Worker, 1 Οκτώβρη 1939).
Η διεθνής οργάνωση των κομμουνιστικών κομμάτων που υπήρχε εκείνη την εποχή, η Κομιντέρν, δήλωνε στην εφημερίδα της: "Ο Μπατίστα ...δεν αντιπροσωπεύει το κέντρο της αντίδρασης ...εκείνοι που δουλεύουν για την ανατροπή του Μπατίστα δεν δρουν πια για το συμφέρον του Κουβανέζικου λαού" (Διεθνή Νέα και Απόψεις, Νο 60, 1938).
Το 1952, το PSP διακήρυξε πως το νέο καθεστώς "δεν είναι διαφορετικό" από το παλιό! Οι "Κομμουνιστές" ήταν ήδη πιστοί υποστηρικτές του δικτάτορα για περισσότερο από μια 10ετία όταν αυτός κατέλαβε διχτατορικά την εξουσία. Όπως σχολιάζει ο Χιού Τόμας στο βιβλίο του, οι απλοί Καθολικοί κληρικοί ήρθαν σε μεγαλύτερες σύγκρουσεις με το καθεστώς απ' ότι οι Κομμουνιστές ηγέτες.
Βέβαια, το PSP διατήρησε αρκετή επιρροή σε σημαντικά στρώματα της εργατικής τάξης. Ωστόσο, τελικά, το κόμμα πλήρωσε ακριβά το τίμημα της συνεργασίας του με το καθεστώς, με μεγάλη απώλεια του κύρους του ανάμεσα στους εργάτες και τη νεολαία.
Όμως, το ακριβότερο τίμημα το πλήρωσαν οι ίδιες οι μάζες της Κούβας με όσα υπόφεραν κάτω από το καθεστώς του Μπατίστα, που γρήγορα αναδείχτηκε σε μαριονέτα του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Ιστορικά, η Κούβα υπήρξε χώρος αναψυχής για τους "γκρίνγκος" βόρεια του Ρίο Γκράντε. Η Αβάνα εξελίχθηκε σε μπουρδέλο και χαρτοπαιχτική λέσχη των αμερικάνων τραπεζιτών και βιομηχάνων. Ο Μπατίστα ήταν απλά ο ντόπιος νταβατζής.
Ήταν αυτό το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Τσε Γκεβάρα εντάχθηκε τελικά στο Κίνημα της 26ης Ιούλη. Αναμφίβολα, ο Κάστρο και οι οπαδοί του φαινόντουσαν νάναι μια πιο ελκυστική και μαχητική δύναμη απ' ότι τα Κομμουνιστικά Κόμματα εκείνη την περίοδο. Ο Τσε ήταν σε επαφή με μερικούς από τους οπαδούς του Κάστρο πριν την άφιξη του στο Μεξικό. Όταν έφτασε εκεί είχαν ήδη αρχίσει να καταρτίζονται τα σχέδια για ένοπλο αγώνα ενάντια στο Μπατίστα.
Στη διάρκεια του 1954 ο Τσε είχε σχέσεις και με μέλη των Κομμουνιστικών Κομμάτων απ' όλη τη Λ. Αμερική, ιδιαίτερα με εξόριστους από τη Γουατεμάλα. Αρχικά, έβλεπε τον εαυτό του να εντάσεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα και έγραφε στη μητέρα του πως τελικά μάλλον θα έπαιρνε αυτό το δρόμο. Αλλά, δίσταζε ακόμα σε εκείνο το στάδιο, κύρια γιατί δεν είχε ακόμη οριστικά ξεφορτωθεί το μποέμικο θεριό που έκρυβε μέσα του. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος, είχε βέβαια "σχηματισμένες πεποιθήσεις", αλλά και μια "ταξιδιάρικη" κι "αντικομφορμιστική" διάθεση. Όπως εξηγούσε σε ένα γράμμα στη μητέρα του, είχε ακόμα τη δίψα να ταξιδέψει, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και "δε θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο αν δεχόμουνα μια σιδερένια πειθαρχία". Δε γνώρισε τον Κάστρο παρά μόνο το 1955. Όμως, η προοπτική ενός άμεσου αγώνα που ξεκίναγε ο Κάστρο και το κίνημα του σε συνδυασμό με τις "σχηματισμένες πεποιθήσεις του", έπεισαν τελικά τον Τσε να αποδεχτεί τη "σιδερένια πειθαρχία" που πριν λίγο απέρριπτε.
Επαναστατικό πνεύμα
Η ένταξη του Τσε στο Κίνημα της 26ης Ιούλη δεν έγινε χωρίς προβλήματα. Μερικά από τα μέλη του είχαν μια έντονα μεσοαστική καταγωγή και το πολιτικό προφίλ του Τσε τους εκνεύριζε. Γιατί ο Τσε, παρόλο ότι άργησε να ενταχθεί και οργανωτικά στο επαναστατικό κίνημα, φανέρωνε κιόλας πλευρές του χαρακτήρα του, που θα έρχονταν στην επιφάνεια ακόμα πιο έντονα στη διάρκεια της επαναστατικής του ζωής.
Ήτανε δηλαδή πολύ λιτός και απλός κι από τη στιγμή που αποφάσισε να ενταχτεί στην επαναστατική πάλη, έδειξε μια διάθεση απόλυτης αυτοθυσίας. Έτσι μερικοί απ' αυτούς που τον γνώριζαν ενοχλούνταν, γιατί τον θεωρούσαν "υπεροπτικό". Όπως αφηγείται ο Τζον Άντερσον στη βιογραφία του, ο Τσε συνάντησε μια μέρα μια βετεράνο της επίθεσης στη Μονκάντα, τη Μέλμπα Ερνάντες, που είχε μόλις φτάσει στο Μεξικό για να συναντήσει το σύζυγο της. Οταν την συστήσανε στον Τσε φορούσε ακόμα τα καλά της ρούχα. Αφού την κοίταξε προσεκτικά της είπε πως δε μπορεί να είναι σοβαρή επαναστάτρια με τέτοιο ντύσιμο. "Οι πραγματικοί επαναστάτες είναι ωραίοι εσωτερικά κι όχι στην επιφάνεια", της είπε.
Έχοντας πια ενταχτεί στο Κίνημα της 26ης Ιούλη, ο Τσε έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά μια και είχαν ήδη αρχίσει οι προετοιμασίες για την απόβαση στην Κούβα, ώστε να ξεκινήσει η "επανάσταση" πριν το τέλος του 1956. Μελετούσε εντατικά διάφορα πολιτικά κείμενα και άρχισε να κάνει συστηματική γυμναστική και δίαιτα, για να αποκτήσει καλή φυσική κατάσταση. Παρ' όλο ότι υπόφερε ακόμα από το άσθμα του, ήθελε να είναι πιο υγιής από όλους τους υπόλοιπους συντρόφους του. Τελικά, χάρη στη θέληση και την αποφασιστικότητα του κατόρθωσε πράγματι να ξεπεράσει τα εμπόδια, που του έβαζε η αδύνατη υγεία του. Ετσι, ο Τσε γρήγορα ξεχώρισε μέσα στην ομάδα του, που δεν αριθμούσε περισσότερους από 20-30, σύμφωνα με τον Κάστρο. Στο Μεξικό, οι αρχές κάποια στιγμή, πιεζόμενες από το καθεστώς του Μπατίστα, συνέλαβαν την ομάδα, αλλά σύντομα τους άφησαν ελεύθερους. Από την φυλακή, ο Τσε έγραφε στους γονείς του: "Το μέλλον μου είναι πια δεμένο με την Κουβανέζικη επανάσταση. Ή θα θριαμβεύσω μαζί της ή θα πεθάνω εκεί... Από δω και μπρος δε θα θεωρούσα πια το θάνατο μου πρόβλημα, απλά όπως έλεγε κι ο Χικμέτ: "Θα πάρω στον τάφο μονάχα την θλίψη ενός μισοτελειωμένου τραγουδιού".Η αφοσίωση του στο σκοπό της επανάστασης ήταν πια η πεμπτουσία της ζωής του. Αυτό το πνεύμα της αυτοθυσίας είναι αναντικατάστατο στον αγώνα για να νικήσει επανάσταση και να ανατραπεί ο καπιταλισμός. Είναι αυτή η αφοσίωση του Τσε που πρέπει να γίνει παράδειγμα για όλους όσους παλεύουν σήμερα για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης και των φτωχών καταπιεσμένων στρωμάτων.
Όσο περισσότερο έμπαινε στην αρρένα της επαναστατικής πάλης το θάρρος και η αυτοθυσία του γίνονταν όλο και πιο φανερά. Την ίδια στιγμή, οι ιδέες του αναπτύσσονταν μονόπλευρα, γιατί βασίστηκαν αποκλειστικά στις εμπειρίες του από την αγροτιά και τον αντάρτικο αγώνα.
Οι φτωχοί αγρότες, μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στις επαναστατικές εξελίξεις. Ομως, το ζήτημα του ρόλου της εργατικής τάξης και των αστικών κέντρων είναι ζωτικής σημασίας για την εφαρμογή μιας σωστής μαρξιστικής πολιτικής. Όπως θα εξηγηθεί πιο αναλυτικά στη συνέχεια αυτού του κειμένου, η σημασία αυτή ισχύει ακόμη και στις χώρες όπου η εργατική τάξη αποτελεί ένα σχετικά μικρό τμήμα του πληθυσμού.
Έτσι, δυστυχώς, εξαιτίας της άνισης ανάπτυξης των ιδεών του, ο Τσε δεν μπόρεσε να αναπτύξει μια πολιτική κι ένα πρόγραμμα που να μπορεί να οδηγήσει στη νίκη της επανάστασης στις πιο σημαντικές χώρες της περιοχής, όπως η Αργεντινή, η Βραζιλία ή η Χιλή, όπου υπήρχε μια ισχυρή εργατική τάξη.
Αντάρτικο και Μαρξισμός
Κανένας επαναστάτης δεν αναπτύσσει βέβαια τις ιδέες του σε συνθήκες κοινωνικού κενού ή σε πλήρη απομόνωση. Έτσι κι οι ιδέες που ανάπτυξε και υποστήριξε ο Τσε δεν αποτελούσαν εξαίρεση. Παρακολουθώντας τη ζωή του Τσε, κανένας που να θεωρεί τον εαυτό του επαναστάτη, που να παλεύει ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση, δε μπορεί να αμφισβητήσει τον ηρωισμό, την αποφασιστικότητα και την αυτοθυσία του. Όταν έφθασε στην Κούβα, είχε ήδη πειστεί για την ανάγκη να επικρατήσει ο σοσιαλισμός σε ολόκληρη τη Λ. Αμερική, προκειμένου να απελευθερωθούν οι μάζες και να απαλλαγεί η ήπειρος από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία.
Ωστόσο, αυτό που δεν κατανοούσε πλήρως ο Τσε ήταν το πώς ακριβώς θα μπορούσε να γίνει αυτό και ποια τάξη θα έπρεπε να παίξει τον ηγετικό ρόλο σε τούτο τον αγώνα. Από μια μαρξιστική σκοπιά, η πιο σημαντική αδυναμία στις ιδέες του Τσε ήταν η υποτίμηση από πλευράς του του ρόλου, που έπρεπε να παίξει η εργατική τάξη για να γίνει δυνατή η ανατροπή του καπιταλισμού και το χτίσιμο του σοσιαλισμού.
Αυτή η αδυναμία, εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών που υπήρχαν στην Κούβα, δεν εμπόδισε την ανατροπή του Μπατίστα και την κατάκτηση της εξουσίας από τις αντάρτικες δυνάμεις, με τις οποίες αγωνιζόταν ο Τσε. Εξαιτίας διεθνών παραγόντων και της ίδιας της δυναμικής της επανάστασης, δεν εμπόδισε ούτε και την ανατροπή του καπιταλισμού στην Κούβα (βλέπε επόμενα κεφάλαια).
Είχε, ωστόσο, άμεση επίδραση στη μορφή του νέου καθεστώτος που αναδείχτηκε μετά τη νίκη της επανάστασης. Επιπλέον, όταν οι ιδέες του Τσε εφαρμόστηκαν αργότερα σε άλλες χώρες της Λ. Αμερικής, όπου οι συνθήκες ήταν τελείως διαφορετικές, απότυχαν. Έτσι πολλοί γνήσιοι και ηρωικοί επαναστάτες τσάκισαν κι αρκετοί απ' αυτούς έδωσαν και τη ζωή τους προσπαθώντας να εφαρμόσουν τις μονόπλευρες ιδέες του.
Αυτό που δεν μπόρεσε να αφομοιώσει ο Τσε από των μελέτη των μαρξιστικών κειμένων ήταν η εμπειρία της Ρώσικης Επανάστασης του 1917 και οι ιδέες της Διαρκούς Επανάστασης. Ιδιαίτερα, δεν κατανόησε τον κρίσιμο ρόλο της εργατικής τάξης, ακόμα και σε χώρες όπου αυτή αποτελεί μια μειοψηφία στην κοινωνία.
Δυστυχώς, μετά τη νίκη της Ρώσικης εργατικής τάξης, η επανάσταση δεν ξαπλώθηκε και στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες. Η νίκη των Μπολσεβίκων έμεινε απομονωμένη. Η στρατιωτική επέμβαση των ιμπεριαλιστών της Δύσης, σε συνδυασμό με τον εμφύλιο πόλεμο εξάντλησαν το Ρώσικο εργατικό κίνημα. Έτσι, ενώ ο καπιταλισμός ηττήθηκε για μια μεγάλη ιστορική περίοδο, μέχρι την παλινόρθωση του το 1989/92, η εργατική τάξη έχασε τον πολιτικό έλεγχο της εξουσίας και επικράτησε μια νέα προνομιούχα γραφειοκρατική κάστα.
Μπρος όμως σ' αυτές τις συνθήκες που είχαν επικρατήσει διεθνώς και τις ιδιαίτερες εμπειρίες του στην Κούβα, χρειαζόταν ένα γιγαντιαίο άλμα μπροστά για να μπορέσει ο Τσε να αφομοιώσει αυτά τα μαθήματα και να ολοκληρώσει την πολιτική του κατανόηση, για να προσανατολιστεί σωστά στις ειδικές ανάγκες της επανάστασης στη Λ. Αμερική.
Μέσα στον καπιταλισμό, η εργατική τάξη είναι υποχρεωμένη να παλεύει συλλογικά με απεργίες, διαδηλώσεις, καταλήψεις εργασιακών χώρων, κλπ. προκειμένου να κερδίσει τα αιτήματα της και να υπερασπιστεί τις καταχτήσεις της. Ακόμα, όπου είναι αναγκαίο, το εργατικό κίνημα είναι υποχρεωμένο να οργανώνει την δική του συλλογική άμυνα ενάντια στις βίαιες επιθέσεις των εργοδοτών και όλων αυτών που υπερασπίζονται.
Ο αποφασιστικός ρόλος της εργατικής τάξης στη σοσιαλιστική επανάσταση οφείλεται ακριβώς σ' αυτήν τη συλλογική ταξική συνείδηση που αναπτύσσει στους χώρους δουλειάς και που της επιτρέπει να προετοιμαστεί για ένα συλλογικό δημοκρατικό έλεγχο και διαχείριση της αυριανής κοινωνίας. Αυτό είναι και το θεμέλιο για την εγκαθίδρυση μιας εργατικής δημοκρατίας, προκειμένου να ξεκινήσει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Υιοθετώντας στο δικό της σοσιαλιστικό πρόγραμμα τις διεκδικήσεις των άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας, η εργατική τάξη μπορεί έτσι να κερδίσει την υποστήριξη τους για την επαναστατική ανατροπή των γαιοκτημόνων και του καπιταλισμού. Με αυτό τον τρόπο το προλεταριάτο παίζει τον ηγετικό ρόλο στην επανάσταση και στο χτίσιμο του σοσιαλισμού.
Ο αγώνας των αγροτών και ο Μαρξισμός
Οι φτωχοί αγρότες, μπορούν να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο στον επαναστατικό αγώνα, αλλά οι ίδιοι δεν έχουν μια συλλογική ταξική συνείδηση σαν κι αυτή που κυριαρχεί στην εργατική τάξη. Η αγροτιά, εξαιτίας της απομόνωσης της στην ύπαιθρο και τις οικονομικές σχέσεις της ιδιοκτησίας της γης, αναπτύσσει μια στενότερη, τοπικιστική και ατομικιστική θεώρηση και γι' αυτό δε μπορεί να παίξει τον ίδιο ρόλο στην επανάσταση, όπως οι εργάτες στις πόλεις.
Οι Μαρξιστές αναγνωρίζουν τον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης στη σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά κατανοούν ταυτόχρονα τη μεγάλη σημασία του αγώνα στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα από τους εργάτες γης και τα φτωχότερα στρώματα της αγροτιάς.
Γιατί, παρά τη μαζική αστικοποίηση στη κοινωνίας της Λ. Αμερική, υπάρχουν ακόμα και σήμερα, σημαντικοί δεσμοί ανάμεσα στις αγροτικές περιοχές και τον πληθυσμό των πόλεων και ιδιαίτερα την εργατική τάξη. Αυτό είναι φανερό πιο ειδικά στην Κεντρική Αμερική. Οι εργάτες από τις πόλεις συχνά γυρνάνε στην ύπαιθρο για δουλειά ή συντηρούν τις οικογένειες τους που συνεχίζουν να ζουν εκεί. Τα φτωχά στρώματα, που μένουν σε παραγκουπόλεις στην περιφέρεια των μεγαλουπόλεων, ζουν σχεδόν σαν αγρότες στις παρυφές των βιομηχανικών κέντρων.
Έτσι, αναπόφευχτα, αυτά τα στρώματα του πληθυσμού επηρεάζονται από τα αγροτικά κινήματα και συχνά υιοθετούν τις μεθόδους πάλης, που κύρια χρησιμοποιούν οι αγρότες και οι εργάτες γης. Αυτές οι μέθοδοι πάλης περιλαμβάνουν τις καταλήψεις γης και τον σχηματισμό ένοπλων ομάδων για να αποκρούσουν τους στρατιωτικούς, την αστυνομία και τους μπράβους, που πληρώνονται από τους γαιοκτήμονες για να υπερασπίζονται τα συμφέροντα τους. Κάτω από ορισμένες συνθήκες, τα κινήματα στην ύπαιθρο μπορεί να ξεσπάσουν πριν από αντίστοιχα κινήματα στις πόλεις και να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση των εργατών εκεί.
Τέτοια φαινόμενα εκδηλώθηκαν πρόσφατα με αφορμή την εξέγερση των Ζαπατίστας (ένα ριζοσπαστικό, κύρια αγροτικό αντάρτικο) στο Μεξικό και το εκρηκτικό κίνημα των Βραζιλιάνων ακτημόνων, που είναι οργανωμένοι γύρω από το MST (Movimiento Sem Tiera).
Οι μαρξιστές υποστηρίζουν αυτά τα κινήματα στην ύπαιθρο και κάνουν ότι μπορούν για να τα συνδέσουν με το εργατικό κίνημα στις πόλεις. Αυτά τα κινήματα ωστόσο στην ουσία παίζουν βοηθητικό ρόλο στο κίνημα των εργατών. Ο Τσε, όμως, επηρεασμένος από ένα συνδυασμό παραγόντων, έβγαλε διαφορετικά συμπεράσματα, που υποτιμούσαν το ρόλο της εργατικής τάξης. Τα συμπεράσματα του αυτά διαμορφώθηκαν μέσα σε μια ολόκληρη περίοδο και σχηματοποιήθηκαν ιδιαίτερα μέσα από τις εμπειρίες, τις συζητήσεις, και τη συμμετοχή του στο Κουβανέζικο κίνημα. Οι ιδέες του αυτές εκφράστηκαν πιο ξεκάθαρα σε άρθρα και δημοσιεύσεις του, κύρια μετά την κατάκτηση της εξουσίας από το Κίνημα της 26ης Ιούλη, το 1959. Η πιο διεξοδική παρουσίαση αυτών των πολιτικών του ιδεών γίνεται στο βιβλίο του "Ο Ανταρτοπόλεμος", που είδε το φως της δημοσιότητας το 1960.
Μια διαφορετική αντίληψη
Σαν αποτέλεσμα της δικής του κοινωνικής προέλευσης και του γεγονότος πως δεν ήταν μέλος καμιάς εργατικής οργάνωσης, ο Τσε δε συμμετείχε ποτέ ενεργά σε συγκεκριμένους αγώνες του προλεταριάτου. Πέρα από κάποια πολιτική δραστηριότητα στη Γουατεμάλα, η μόνη ενεργή του συμμετοχή στην επαναστατική Αριστερά ήταν μέσα από το Κίνημα της 26ης Ιούλη και τον αντάρτικο αγώνα στην Κούβα. Γι' αυτό, δεν κατάφερε να κατανοήσει την επαναστατική δυναμική και την ισχύ που έχουν οι εργάτες σαν τάξη.
Οι διάφορες πολιτικές ιδέες με τις οποίες ήρθε σε επαφή και οι εμπειρίες που έζησε είχαν αναπόφευκτα μια σημαντική επίδραση στην αποκρυστάλλωση των ιδεών του. Όπως ήταν επόμενο, επηρεάστηκε από τις ισχυρές παραδόσεις των ιστορικών αγώνων που διαπέρασαν ολόκληρη την ήπειρο της Λ. Αμερικής. Οι πόλεμοι για την ανεξαρτησία, κάτω από την καθοδήγηση του Σιμόν Μπολιβάρ, που πρόβαλε ακόμα και το σύνθημα της ενοποίησης ολόκληρης της ηπείρου, ο αγώνας του Σαντίνο στη Νικαράγουα, του Μαρτί στην Κούβα και άλλων στη διάρκεια του 19ου αιώνα, μαζί με τη Μεξικάνικη Επανάσταση (1910-18) και τους αγροτικούς στρατούς του Ζαπάτα και του Πάντσο Βίλλα, όλα μαζί αποτελούν μια ισχυρή ιστορική παράδοση στην ήπειρο και σημαδεύουν την πολιτική θεώρηση όλων των αγωνιστών.
Αυτοί οι αγώνες πραγματοποιήθηκαν βέβαια, σε μια προηγούμενη ιστορική εποχή όπου το εργατικό κίνημα βρισκόταν ακόμα στα πρώτα στάδια του σχηματισμού του. Ωστόσο, από τότε, η εργατική τάξη γνώρισε μια τεράστια ανάπτυξη σε ολόκληρη την περιοχή.
Στην Κούβα, το 1953, σύμφωνα με το Χιού Τόμας, μόνο το 42% του εργαζόμενου πληθυσμού δούλευε στη γη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 υπήρχαν περίπου 200.000 αγροτικές οικογένειες και 600.000 εργάτες γης. Στις πόλεις υπήρχαν 400.000 οικογένειες εργατών και 200.000 οικογένειες σερβιτόρων, υπηρετών και πλανόδιων πωλητών. Το κοινωνικό βάρος της Κουβανέζικης εργατικής τάξης ήταν πολύ μεγαλύτερο, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, απ' αυτό της Ρώσικης εργατικής τάξης το 1917.
Εκτός από το βάρος της ιστορικής παράδοσης, σημαντική επίδραση στον Τσε στα πρώτα του στάδια της ανάπτυξης του είχαν και οι ιδέες του Περουβιανού Πέσκε. Ο Πέσκε υποστήριζε τις θεωρίες που είχαν ξεκινήσει να διατυπώνουν ο ίδιος και ο Μαριατέγκι στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Από τότε είχαν αρχίσει να αναθεωρούν την κλασσική ανάλυση του Μαρξισμού σε σχέση με το ρόλο της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, δίνοντας στους αγρότες ένα πολύ πιο κεντρικό ρόλο στη σοσιαλιστική επανάσταση. Ο Τσε επηρεάστηκε επίσης από τη νίκη του αγροτικού στρατού του Μάο Τσε Τούνγκ στην Κίνα το 1949, και από το συνεχιζόμενο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στο Βιετνάμ. Αναμφίβολα, επηρεάστηκε και από ορισμένα από τα γραπτά του Μάο.
Τα Λατινοαμερικάνικα Κομμουνιστικά Κόμματα, παρόλο που τυπικά βασίζονταν στην εργατική τάξη των πόλεων, ακολουθούσαν στην πράξη την πολιτική της υποστήριξης των Λαϊκών Μετώπων. Αυτή η πολιτική προσπαθούσε στην ουσία να περιορίσει τους αγώνες των μαζών μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού. Ο Τσε, μαζί με ένα πλατύ στρώμα της νεολαίας της Λ. Αμερικής, θεωρούσε αυτή την πολιτική πολύ "δογματική" και αναζητούσε κάτι πιο "ριζοσπαστικό".
Αυτό που προσπάθησε να πετύχει ο Τσε ήταν να εφαρμόσει μια πιο σύγχρονη "μαρξιστική" προσέγγιση στις συγκεκριμένες συνθήκες της Λ. Αμερικής. Ωστόσο τελικά, η μόνη εναλλακτική λύση που κατόρθωσε να προβάλλει ενάντια στην καταστροφική πολιτική των Κομμουνιστικών Κομμάτων, ήταν η υπεράσπιση του αντάρτικου αγώνα σαν την κινητήρια δύναμη της επανάστασης σε ολόκληρη την ήπειρο.
Οπως ήταν επόμενο, κατέληξε στο συμπέρασμα πως η ηγετική τάξη στην επανάσταση είναι η "αγροτιά με μια προλεταριακή ιδεολογία". Ετσι σε μια ομιλία του που δημοσιεύτηκε τον Ιούνη του 1960 με τίτλο "Οι ευθύνες της Εργατικής Τάξης στην Επανάσταση μας", εξήγησε ότι "δεν είναι μυστικό πως η δύναμη του επαναστατικού κινήματος βρισκόταν κύρια στους αγρότες, και κατά δεύτερο λόγο στην εργατική τάξη... Η Κούβα, όπως κι όλες οι υπανάπτυκτες χώρες, δεν έχει ένα ισχυρό προλεταριάτο." Ο Τσε στην ίδια ομιλία τόνισε πως "...ο εργάτης ήταν μερικές φορές προνομιούχο άτομο".
Στην πραγματικότητα, η "κυρίαρχη" θέση των αγροτών στην επανάσταση περιόριζε την εργατική τάξη σε ένα δευτερεύοντα ρόλο. Δηλαδή υποστήριζε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ο Μαρξισμός θεωρεί ότι είναι πρωταρχικό για την επιτυχία της επανάστασης και το χτίσιμο του σοσιαλισμού.
Είναι βέβαια αλήθεια πως οι εργάτες στις πόλεις της Κούβας εκείνη την περίοδο είχαν ψηλότερο βιοτικό επίπεδο απ' τους αγρότες στην επαρχία. Κάθε προνόμιο, όμως είναι σχετικό. Πίσω από την εικόνα μιας "προνομιούχας" εργατικής τάξης κρυβόταν η λαθεμένη ιδέα πως το επαναστατικό δυναμικό οποιουδήποτε κοινωνικού στρώματος κρίνεται μονάχα από το βαθμό της εξαθλίωσης του. Αυτό που διέφευγε της προσοχής του Τσε ήταν ο ρόλος που θα μπορούσε να παίξει η εργατική τάξη εξαιτίας της κρίσιμης θέσης της στην παραγωγή. Ο προδοτικός ρόλος των κομμουνιστών ηγετών συνέβαλε βέβαια αποφασιστικά στη διαμόρφωση αυτών των συμπερασμάτων από τον Τσε.
Στο βιβλίο του "Ο Ανταρτοπόλεμος", ο Τσε υποβαθμίζει πάλι το ρόλο που μπορεί να παίξει η εργατική τάξη. Αναφερόμενος στις "3 συμβολές" της Κούβας στην επαναστατική στρατηγική, ο Τσε υποστηρίζει ότι: "Η τρίτη συμβολή είναι βασικά στρατηγικού χαρακτήρα, και αποτελεί διάψευση όλων εκείνων που δογματικά διακηρύσσουν πως ο αγώνας των μαζών επικεντρώνεται στα κινήματα των πόλεων, ξεχνώντας ολότελα τη μαζική συνεισφορά του λαού της υπαίθρου στη ζωή όλων των υπανάπτυχτων χωρών της Λ. Αμερικής". Παρακάτω συνεχίζει υποστηρίζοντας πως οι συνθήκες καταπίεσης που υπάρχουν στις πόλεις είναι ένα σημαντικό εμπόδιο στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. "Η κατάσταση", λέει, "είναι ευκολότερη στην ύπαιθρο όπου οι κάτοικοι μπορούν να στηριχτούν στους ένοπλους αντάρτες".
Ο Τσε παραβλέπει και πάλι τον κεντρικό ρόλο των εργατών σαν τάξη στο χτίσιμο του σοσιαλισμού και περιορίζει τη σημασία της επανάστασης σ' ένα σημαντικό βέβαια ζήτημα τακτικής. Αντί όμως να απαντήσει πως μπορούν να ξεπεραστούν οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει το κίνημα στις πόλεις, ο Τσε, δυστυχώς, παρατάει αυτό το ζήτημα για να πάει στα βουνά όπου οι αντάρτες μπορούν να "στηρίξουν" τους ντόπιους κατοίκους.
Η θεωρία των Foco
Στο ίδιο βιβλίο, υποστηρίζει πως "...η αρένα της ένοπλης πάλης πρέπει βασικά να είναι η ύπαιθρος". Τα αντάρτικα κέντρα θα βασίζονται στην υποστήριξη της αγροτιάς και θα δρούν με στόχο να προκαλέσουν τη λαϊκή εξέγερση που θα ανατρέψει τα καθεστώτα, σύμφωνα με τη θεωρία των "foco". Την θέση αυτή του Τσε την ολοκλήρωσε στην συνέχεια ο Γάλλος διανοούμενος Ρετζίς Ντεμπρέ, που τη γενίκευσε πέρα από τα όρια της Λ. Αμερικής. Ετσι, ο Τσε απηχούσε τις απόψεις του Ντεμπρέ όταν το 1963 έγραφε σε ένα άρθρο του με τίτλο "Χτίζοντας ένα Κόμμα της Εργατικής Τάξης": "Πήγαμε από την ύπαιθρο στην πόλη, από το μικρότερο στο μεγαλύτερο, δημιουργώντας ένα επαναστατικό κίνημα που κορυφώθηκε στην Αβάνα" (η έμφαση δική μας).
Στην πραγματικότητα οι αντάρτες δεν "δημιούργησαν" το επαναστατικό κίνημα, αλλά κατόρθωσαν να παρέμβουν σε μια κατάσταση πολιτικού κενού και να πάρουν αυτοί την πρωτοβουλία. Αυτό έγινε δυνατό εξαιτίας των συγκεκριμένων αντικειμενικών συνθηκών που υπήρχαν στην Κούβα. Όταν ο Τσε προσπάθησε να εφαρμόσει αυτές τις ιδέες του σε άλλες χώρες της Λ. Αμερικής απέτυχε.
Οι Μαρξιστές δεν υποστηρίζουν ότι ο αντάρτικος αγώνας στην ύπαιθρο, κάτω από ορισμένες συνθήκες, δεν μπορεί να νικήσει και να ανατρέψει το υπάρχον καθεστώς. Ομως, αν η εργατική τάξη δεν βρίσκεται συνειδητά επικεφαλής της επαναστατικής διαδικασίας, δε θα μπορέσει να εγκαθιδρυθεί ένα νέο καθεστώς στηριγμένο στην εργατική δημοκρατία που να μπορεί να αρχίσει την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
Ωστόσο, παρ' όλη την λαθεμένη προσέγγιση του Τσε σε αυτά τα ζητήματα, η αταλάντευτη πίστη του στην αναγκαιότητα του σοσιαλισμού είχε αποφασιστικό αντίκτυπο στις εξελίξεις μέσα στο Κίνημα της 26ης Ιούλη και στην μετέπειτα κατεύθυνση των επαναστατικών διεργασιών στην Κούβα.
Η Γκράνμα και το Κίνημα της 26ης Ιούλη
Στις 2 Δεκέμβρη του 1956, 82 άντρες που ξεκίνησαν από το Μεξικό μ' ένα παλιό καράβι την "Γκράνμα", αποβιβάστηκαν σε μια ακτή της Κούβας. Η όλη επιχείρηση σχεδόν κατέληξε σε καταστροφή. Το ταξίδι που ήταν προγραμματισμένο να διαρκέσει πέντε μέρες, διάρκεσε εφτά. Πολλές φορές η κατάσταση ήτανε κωμικοτραγική. Καθώς πλησίαζαν την ακτή της Κούβας ο τιμονιέρης έπεσε στη θάλασσα.
Η απόβαση τους είχε σχεδιαστεί να συμπέσει με μια ένοπλη εξέγερση στην πόλη του Σαντιάγο και με την αποστολή 100 ανταρτών από την Κούβα, που θα περίμεναν την άφιξη της "Γκρανμα" με φορτηγά και εφόδια. Υπεύθυνος για την οργάνωση όλων αυτών στην Κούβα ήταν ο Φρανκ Παϊς, ένας από τους ηγέτες του Κινήματος της 26ης Ιούλη στην επαρχία Οριέντε. Ο ίδιος ήταν επίσης υπεύθυνος για τον ανεφοδιασμό των ανταρτών, μέσα από το παράνομο δίκτυο που είχε χτιστεί στις πόλεις, τους "Πεδινούς". Μετά την άφιξη της "Γκρανμα" το σχέδιο προέβλεπε να επιτεθούν όλοι μαζί οι αντάρτες στις πόλεις Νικέρο και Μανζανίλο, πριν προχωρήσουν προς την οροσειρά της Σιέρα Μαέστρα, από όπου ο Κάστρο σχεδίαζε να ξεκινήσει τον πόλεμο ενάντια στον Μπατίστα.
Ο Μπατίστα ωστόσο, συνέτριψε την απόπειρα εξέγερσης στο Σαντιάγκο κι έστειλε στρατό στην επαρχία του Οριέντε, ενώ την ίδια ώρα ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις περιπολούσαν στην περιοχή, περιμένοντας την άφιξη του Κάστρο και της ομάδας του.
Η εξέγερση άρχισε άσχημα και θα πήγαινε ακόμη χειρότερα. Οι αντάρτες αναγκάστηκαν ν' αποβιβαστούν μέρα μεσημέρι γιατί το καράβι τους βυθίστηκε, βγήκαν σε μια ακτή ένα μίλι μακριά από το μέρος που είχανε το ραντεβού τους, άφησαν όλα τα εφόδια τους πίσω, ενώ η ομάδα που θα τους συναντούσε στην ακτή απογοητεύτηκε και έφυγε αφού περίμενε δύο ολόκληρες μέρες. Όπως ήταν επόμενο κάποιο αεροπλάνο της αεροπορίας τους επισήμανε και ο στρατός τους πλησίασε και τους έστησε ενέδρα. Όταν άρχισε η επίθεση, η ομάδα πανικοβλήθηκε χωρίστηκε στα δύο, και περιπλανιόταν χαμένη και αποπροσανατολισμένη για δύο ολόκληρες μέρες.
Όπως έγραψε ο Τσε αργότερα στο ημερολόγιο του, ήταν "χαμένοι, περπατούσαν σε συνεχείς κύκλους, ένας στρατός σκιών και φαντασμάτων, που τους κινούσε μόνο κάποιος κρυφός ψυχικός μηχανισμός". Τελικά οι αντάρτες ξανασυναντήθηκαν και κατευθύνθηκαν ανατολικά προς τα όρη της Σιέρα, χάρη στις οδηγίες ενός ντόπιου χωρικού. Στην πρώτη αυτή σύγκρουση με τον στρατό, έχασαν τους περισσότερους συντρόφους τους (νεκρούς ή συλληφθέντες) και ο Τσε τραυματίστηκε ελαφρά μόνο στο λαιμό.
Εξαντλητικός πόλεμος
Αυτή ήτανε μόνο η πρώτη φάση ενός εξαντλητικού πολέμου, που διάρκεσε περίπου δύο χρόνια. Τελείωσε τον Γενάρη του 1959, όταν ο Μπατίστα εγκατέλειψε τη χώρα παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Έτσι, οι νικηφόρες δυνάμεις του Κινήματος της 26ης Ιούλη, μπήκαν θριαμβευτικά στην Αβάνα, που είχε παραλύσει από μία γενική απεργία των εργατών. Από τους 82 που αποβιβάστηκαν στην ακτή από την "Γκράνμα", μόνο λίγοι περισσότεροι από 20, διασώθηκαν τελικά κι έφτασαν στην Σιέρα Μαέστρα. Ακόμα λιγότεροι έζησαν μέχρι την Πρωτοχρονιά του 1959 για να δούν τον θρίαμβο της επανάστασης. Πως μπόρεσε όμως μια τόσο μικρή ομάδα να θριαμβεύσει μέσα σε δύο μόνο, αιματηρά και ταραγμένα χρόνια; Η απάντηση βρίσκεται στον συγκεκριμένο συνδυασμό πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών. Πρώτα απ' όλα η κοινωνική επιρροή του Μπατίστα κατέρρεε, η αντιπολίτευση στη δικτατορία μεγάλωνε και το καθεστώς βρισκότανε το 1959 στα όρια της διάλυσης. Η κατάσταση αυτή είχε επηρεάσει αναπόφευκτα και τον στρατό που είχε χάσει εντελώς το ηθικό του.
Την ίδια ώρα κανένα από τα επίσημα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν είχε κατορθώσει να κερδίσει την υποστήριξη του πληθυσμού. Το πειθήνιο PSP (δηλαδή το Κ.Κ.) είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος της επιρροής του, γιατί υποστήριζε τόσα χρόνια τον Μπατίστα. Οι ηγέτες του μάλιστα χρησιμοποίησαν όση επιρροή τους είχε απομείνει για να εμποδίσουν το ξεσήκωμα των εργατών.
Ετσι δημιουργήθηκε ένα σοβαρό πολιτικό κενό στην Κούβα, το οποίο κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί ο Κάστρο -παρά το γεγονός ότι οι δυνάμεις του ήταν πολύ μικρές- για να κερδίσει την υποστήριξη των λαϊκών μαζών. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στα τέλη του 1958 ο Κάστρο, δεν είχε περισσότερους από τρεις χιλιάδες άντρες στο αντάρτικο και αυτός ο αριθμός περιελάμβανε και πολλούς αμάχους που βρισκόντουσαν εγκατεστημένοι στα διάφορα αντάρτικα στρατόπεδα. Αν δούμε τον πόλεμο αυτό ανάμεσα στο 1956-1958 μόνο από μια στρατιωτική άποψη, τότε θα πρέπει να πούμε ότι ο Κάστρο κέρδισε μια αξιοθαύμαστη νίκη. Ο Πρώσος στρατηγός και συγγραφέας Κλαούζεβιτς, υποστήριζε σωστά ότι: "ο πόλεμος δεν είναι μόνο μια πολιτική πράξη, αλλά είναι κι ένα πραγματικό πολιτικό εργαλείο, η συνέχιση δηλαδή της πολιτικής μάχης με άλλα μέσα". Ετσι πρέπει να πούμε ότι ήταν κύρια η αντικειμενική πολιτική κατάσταση και η κοινωνική πραγματικότητα, όπως εξελίχθηκε στην Κούβα, που επέτρεψαν τελικά στον Κάστρο να πετύχει μια τέτοια νίκη μόνο μέσα σε δύο χρόνια.
Για να γίνει δυνατή αυτή η νίκη, έπαιξαν οπωσδήποτε αποφασιστικό ρόλο και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως για παράδειγμα η κατάρρευση του ηθικού του Κουβανικού στρατού και η θέληση κι αποφασιστικότητα των ανταρτών του Κινήματος της 26ης Ιούλη. Οι αντάρτες μπόρεσαν να κερδίσουν την συμπάθεια και την υποστήριξη των αγροτών και του αστικού πληθυσμού εξαιτίας του λαϊκού μίσους που υπήρχε ενάντια στον Μπατίστα. Ήταν σημαντικό επίσης ότι δεν υπήρχε καμιά άλλη πολιτική δύναμη που να διεξάγει ένα τόσο αποφασιστικό αγώνα ενάντια στο μισητό καθεστώς.
Η λαϊκή αυτή υποστήριξη μεγάλωσε όσο προχωρούσε ο πόλεμος και αποκαλύπτονταν η κτηνωδία του καθεστώτος σε αντίθεση με τον ηρωϊσμό των αγωνιστών του Κάστρο. Ακόμα όταν οι αντάρτες συλλάμβαναν στρατιώτες του Μπατίστα σαν αιχμάλωτους, δεν τους εκτελούσαν όπως έκαναν οι αξιωματικοί του καθεστώτος όταν συλλάμβαναν αντάρτες και χωρικούς. Συζητούσαν μαζί τους και μετά τους άφηναν ελεύθερους, χωρίς να τους πειράξουν. Τέτοιες ενέργειες, έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο να υπονομεύσουν το ηθικό του στρατού του Μπατίστα. Ο Κάστρο βέβαια δεν έχανε καμιά ευκαιρία για να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν ένα σύγχρονο Χοσέ Μαρτί -ένα νέο απελευθερωτή της Κούβας.
Ο Τσε Γκεβάρα αναδείχτηκε γρήγορα σαν ένας από τους κύριους στρατιωτικούς και πολιτικούς ηγέτες των ανταρτών. Στην αρχή είχε στρατολογηθεί σαν γιατρός της ομάδας. Τα γεγονότα ωστόσο, τον έσπρωξαν προς άλλη κατεύθυνση και αποκάλυψαν άλλες πολύτιμες αρετές του χαρακτήρα του. Στη πρώτη σοβαρή σύγκρουση ανάμεσα στους αντάρτες και τον στρατό, χρειάστηκε να αποφασίσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα εάν θα αρπάξει τα ιατρικά του σύνεργα ή ένα αυτόματο και πυρομαχικά. Όταν μέσα στη φωτιά της μάχης κατέληξε να διαλέξει το αυτόματο, φάνηκε καθαρά ότι παρά τις ιατρικές γνώσεις και την εμπειρία του δεν επρόκειτο να παίξει το ρόλο του γιατρού της ομάδας.
Όσο συνεχιζόταν ο πόλεμος τόσο το κύρος του Τσε μεγάλωνε στα μάτια των ανταρτών συντρόφων του. Οχι μόνο πήρε ενεργά μέρος στις μάχες ενάντια στο στρατό αλλά πρωτοστατούσε και στις πιο επικίνδυνες αποστολές. Κατά τη διάρκεια μιας αεροπορικής επιδρομής κι ενώ όλοι οι άλλοι αντάρτες έτρεχαν να γλυτώσουν, συμπεριλαμβανομένου και του Κάστρο, ο Τσε διατήρησε την ψυχραιμία του κι έμεινε πίσω για να βοηθήσει τους άλλους συντρόφους του να διαφύγουνε. Τελικά πήρε το βαθμό του κομαντάντε και απέκτησε δικιά του ομάδα με βοηθό τον Ραούλ, τον αδελφό του Κάστρο.
Το πιο σημαντικό χάρισμα του Τσε ήταν ότι καθοδηγούσε μόνο με το παράδειγμα και ποτέ δεν ζήτησε από τους άντρες του να κάνουν οτιδήποτε που δεν θα ήταν διατεθειμένος να το κάνει πρώτα ο ίδιος. Επίσης δεν δεχόταν κανένα προνόμιο που θα μπορούσε να έχει ανάλογα με τον βαθμό του, -αν και τα περιθώρια για προνόμια ήταν λίγα όσο ακομα πολεμάγανε στη Σιέρα Μαέστρα- παρά το γεγονός ότι η υγεία του ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτή των άλλων αντρών. Οι συχνές κρίσεις του άσθματος που τον συγκλόνιζαν στην ζούγκλα, θα είχαν αναγκάσει πολλούς άλλους αγωνιστές να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης.
Ομάδα αυτοκτονίας
Η ομάδα των ανταρτών που διοικούσε ήταν χωρίς αμφιβολία από τις πιο αποφασισμένες και ηρωϊκές. Τους εμψύχωνε διαρκώς με το παράδειγμα της δικής του τόλμης και της αποφασιστικότητας. Ετσι ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον αγώνα, ακόμη και μπροστά σε ανυπέρβλητα πολλές φορές εμπόδια. Η "ομάδα αυτοκτονίας" που ίδρυσε μέσα στο τμήμα του για να φέρει σε πέρας τις πιο επικίνδυνες αποστολές, απέκτησε μεγάλη φήμη για την πειθαρχία και τον ηρωισμό της. Έγινε στην πράξη ένα μοντέλο για όλους τους άλλους αντάρτες
.Όπως έγραψε ο Τσε στο πολεμικό του ημερολόγιο: "η ομάδα αυτοκτονίας ήταν ένα παράδειγμα επαναστατικού ηθικού και στρατολογούνταν μόνο επιλεγμένοι εθελοντές. Όποτε πέθαινε ένας άντρας της ομάδας, όπως συνέβαινε συχνά στις μάχες, και ανακοινωνόταν το όνομα ενός νέου μέλους της, αυτοί που δεν είχαν επιλεγεί ήταν απαρηγόρητοι και πολλές φορές κλαίγανε. Ηταν πολύ παράξενο να βλέπεις αυτούς τους ψημένους και ευγενείς πολεμιστές να δείχνουνε την νεότητα τους κλαίγοντας απελπισμένα, γιατί δεν είχαν την τιμή να μπορούν να παλέψουν στην πρώτη γραμμή της μάχης και του θανάτου".
Ωστόσο, υπήρχε κι ένας άλλος λόγος, που το τμήμα του ήταν από τα πιο μαχητικά και ηρωϊκά. Ο Τσε άρχισε ν' οργανώνει προγράμματα πολιτικής εκπαίδευσης για ορισμένα από τα μέλη της. Οι σοσιαλιστικές του ιδέες άρχισαν να ριζώνουν ανάμεσα σ' αρκετούς από τους αντάρτες και η φήμη του μεγάλωνε. Όμως εκτός από την την πολεμική σύγκρουση εμφανίστηκε και μια πολιτική διαμάχη, που ξέσπασε μέσα στις γραμμές του ίδιου του Κινήματος της 26ης Ιούλη. Η διαμάχη αυτή στην ουσία εξελίχθηκε σ' ένα αγώνα επικράτησης ανάμεσα στους αντάρτες στα βουνά και στους "Πεδινούς", που έκαναν παράνομη αντίσταση στις πόλεις. Την ίδια ώρα η σύγκρουση αυτή αφορούσε στην ουσία το τι πίστευε και το γιατί πάλευε το Κίνημα της 26ης Ιούλη. Στην πραγματικότητα ο Τσε που υπεράσπιζε ανοικτά τις σοσιαλιστικές ιδέες, στην αρχή ήταν μια μειοψηφία σ' αυτή την σύγκρουση που αναπτύχθηκε.
Ο χαρακτήρας του Κινήματος της 26ης Ιούλη
Η ιδεολογία και το πρόγραμμα του Κινήματος της 26ης Ιούλη, αντανακλούσε την κοινωνική σύνθεση των περισσοτέρων υποστηρικτών και μελών του. Η πλειοψηφία των ηγετών του προέρχονταν από την μεσαία αστική τάξη και ορισμένοι από τα ανώτερα στρώματα της. Ετσι ενώ το κίνημα αυτό είχε στις γραμμές του ένα σημαντικό στρώμα φτωχών μικροαστών και εργατών, όπως φάνηκε κι από την κοινωνική σύνθεση των αγωνιστών που πήραν μέρος στο επεισόδιο της Μονκάντα, δεν ήταν ένα πολιτικό ρεύμα, το οποίο γεννήθηκε μέσα από την εργατική τάξη.
Ο Κάστρο στην αρχή είχε δημιουργήσει ένα στενό πυρήνα ηγετών, που αποτελούσαν στην ουσία την καθοδηγητική επιτροπή, που ο ίδιος είχε ορίσει το καλοκαίρι του 1955. Αυτή η ηγεσία αντανακλούσε το Κίνημα εκείνης της εποχής. Οι περισσότεροι ήταν πρώην φοιτητές προερχόμενοι από την ανώτερη μεσαία τάξη. Το Εθνικό Διευθυντήριο (στο οποίο ο Κάστρο δεν ήταν μέλος), που ήτανε υπεύθυνο για τις επικοινωνίες, τις παράνομες δραστηριότητες στις πόλεις, και τον ανεφοδιασμό των ανταρτών, αποτελούνταν από τέτοιους ανθρώπους. Πολλοί απ' αυτούς αγωνίστηκαν με αυτοθυσία και αρκετοί συλλήφθηκαν και βασανίστηκαν από την αστυνομία του Μπατίστα. Όμως πολιτικά αυτό που τους ένωνε ήταν βασικά ο αγώνας για την ανατροπή του Μπατίστα και τίποτα άλλο.
Το πρόγραμμα και η ιδεολογία του Κινήματος της 26ης Ιούλη χαρακτηριζόταν στην ουσία από αμφιταλαντεύσεις και αμορφία, δηλαδή από τα κύρια πολιτικά χαρακτηριστικά της μικροαστικής τάξης των πόλεων. Τα περισσότερα από τα μέλη του στην πραγματικότητα δεν επεδίωκαν τίποτα περισσότερο από την εγκαθίδρυση μιας καπιταλιστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και την εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού, δημοκρατικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων.
Ο Τσε έβλεπε με αρκετή καχυποψία πολλούς από τους συνεργάτες του Κάστρο, από τα αστικά κέντρα, που ήτανε στο Εθνικό Διευθυντήριο. "Μέσα από μεμονωμένες συζητήσεις μαζί τους ανακάλυψα ότι, οι περισσότεροι είχαν φανερά αντικομουνιστικές τάσεις", έγραψε στο ημερολόγιο του.
Μέσα σ' αυτό το Κίνημα υπήρχε βέβαια και μια πιο ριζοσπαστική πτέρυγα, την οποία στην ουσία εκπροσωπούσε ο Κάστρο. Το "Κάλεσμα στον Κουβανικό λαό" για παράδειγμα που ήταν πολύ μαχητικό, το σύνταξε ο ίδιος. Για να υπερασπίσει την ανακοίνωση των ανταρτών ότι θα βάλουν φωτιά στις φυτείες της ζάχαρης, έγραφε τα εξής: "Ρωτάμε όλους αυτούς, που αντιτάσσονται σ' αυτό το μέτρο, δήθεν για ν' υπερασπιστούν την δουλειά των εργατών: Γιατί δεν υπερασπίζουνε τους εργάτες όταν οι εργοδότες καταβροχθίζουν τους μισθούς τους, όταν αρπάζουν τις συντάξεις τους, όταν τους πληρώνουνε με ομόλογα χωρίς αξία, όταν τους δολοφονούνε από την πείνα τους οκτώ μήνες που δεν δουλεύουν; Γιατί χύνουμε το αίμα μας σήμερα αν όχι για τους φτωχούς της Κούβας; Τι σημασία έχει να πεινάσουν λίγο περισσότερο σήμερα, αν πρόκειται να κερδίσουν το ψωμί και την ελευθερία τους αύριο";
Έτσι, αν και από μια μαρξιστική σκοπιά, είναι λαθεμένο οι αντάρτες να καίνε τις φυτείες της ζάχαρης και να υποκαθιστούνε με αυτό τον τρόπο τους εργάτες στις φυτείες, αντί να τους καλούν να μπούνε οι ίδιοι στη μάχη, η μαχητική διάθεση αυτού του καλέσματος είχε μεγάλη απήχηση στο φτωχό λαό της Κούβας.
Ωστόσο, το πρόγραμμα που υποστήριζε και προωθούσε ακόμη κι ο ίδιος ο Κάστρο στα πρώτα στάδια του πολέμου, παρά το γεγονός ότι είχε ένα κοινωνικό περιεχόμενο, δεν πήγαινε πέρα από τα όρια του καπιταλισμού. Στις αρχές του 1957 για παράδειγμα ένας γνωστός δημοσιογράφος των Times της Νέας Υόρκης, ο Χέρμπερτ Μάθιους, που ήταν ανταποκριτής και στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, εξασφάλισε μια συνέντευξη με τον Κάστρο. Όταν δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο, έσκασε σαν βόμβα στο διεθνές πολιτικό σκηνικό και αποτέλεσε μια μεγάλη επιτυχία για τον Κάστρο, γιατί ο Μπατίστα εκείνη την περίοδο, υποστήριζε ότι ο ηγέτης των ανταρτών είχε ήδη σκοτωθεί στη μάχη. Ομως αυτή η συνέντευξη αποκάλυψε πολλά για τις πολιτικές ιδέες και θέσεις του Κάστρο εκείνη την περίοδο.
"Είναι ένα επαναστατικό κίνημα", έγραψε ο Μάθιους, "που ονομάζει τον εαυτό του σοσιαλίζων. Είναι επίσης εθνικιστικό, που γενικά μιλώντας σημαίνει αντιαμερικανικό. Το πρόγραμμα του είναι θολό και γεμάτο γενικολογίες, αλλά παρόλ' αυτά αποτελεί μια νέα ευκαιρία για την Κούβα, για μια Κούβα ριζοσπαστική, δημοκρατική και γι' αυτό αντικομμουνιστική. Η πραγματική δύναμη του βρίσκεται στο ότι πολεμάει ενάντια στην στρατιωτική δικτατορία του Προέδρου Μπατίστα... (Ο Κάστρο) πιστεύει με πάθος στις ιδέες της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης,και στην ανάγκη να επανέλθει η συνταγματική τάξη και να γίνουν εκλογές". Ο Κάστρο δήλωσε στον Μάθιους ότι: "Μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δεν έχουμε καμία εχθρότητα ενάντια στις ΗΠΑ και στον αμερικάνικο λαό... Πολεμάμε για μια δημοκρατική Κούβα και για το τέλος της δικτατορίας. Δεν είμαστε ενάντια στον στρατό... γιατί ξέρουμε ότι οι στρατιώτες και πολλοί από τους αξιωματικούς είναι καλοί άνθρωποι".
Παράλληλα με την συνέντευξη ο Κάστρο κατόρθωσε να δώσει και την εντύπωση στον Μάθιους, ότι έχει πίσω του περισσότερες δυνάμεις απ' αυτές που πραγματικά υπήρχαν. Έτσι, ο Μάθιους μετέφερε ότι, μαζί με τον Κάστρο ήταν όχι μόνο 80 από τους αντάρτες που τον συνόδευαν στη "Γκράνμα", αλλά και πολλοί νέοι που αυξάνονταν συνεχώς. Οπως αναφέρει ο ιστορικός Χιου Τόμας, εκείνη την ημέρα ο αδελφός του Κάστρο πέρναγε ξανά και ξανά μπροστά από τον Μάθιους με την ίδια ομάδα ανταρτών διαφορετικά ντυμένους κάθε φορά, για να δείξει ότι είχε περισσότερες δυνάμεις και με αυτή την έννοια να κοροϊδέψει τον Μπατίστα. Ο Κάστρο στην πραγματικότητα δεν είχε εκείνη την ημέρα μαζί του περισσότερους από είκοσι αντάρτες.
Είναι πράγματι γεγονός ότι ο Κάστρο εκείνη την περίοδο δεν είχε ξεκαθαρίσει ακόμη την πολιτική του φιλοσοφία. Σύμφωνα με ενημερωμένες πηγές μέχρι το 1960 δεν υποστήριζε τον σοσιαλισμό. Ο Τσε συζητώντας με ένα φίλο του από το Μεξικό τον Δρ. Ντέιβιντ Μιτράνι, του δήλωσε ότι έλπιζε να μεταμορφώσει την Κούβα σε ένα σοσιαλιστικό κράτος, αλλά ότι ο Φιντέλ δεν είχε ακόμη πειστεί (δες βιογραφία Τζον Άντερσον).
Μετά τη νίκη της Κουβανικής επανάστασης, άρχισε διαδίδεται η εκδοχή ότι η ανατροπή του καπιταλισμού στην Κούβα, είχε προβλεφθεί από τον Κάστρο και μάλιστα είχε προετοιμαστεί σε συνεργασία με την γραφειοκρατία που τότε είχε την εξουσία στη Μόσχα. Η άποψη αυτή όχι μόνο υπερεκτιμά κατά πολύ τις πολιτικές ιδέες που είχαν τότε οι ηγέτες του Κινήματος της 26ης Ιούλη, αλλά και λαθεμένα υπερβάλλει τον ρόλο της γραφειοκρατίας στη Μόσχα, στην διαδικασία της ανατροπής του καπιταλισμού στην Κούβα.
Στην πραγματικότητα, ήταν η εξέλιξη της ίδιας της επανάστασης σε συνδυασμό με άλλους εθνικούς και διεθνείς παράγοντες, που έσπρωξε τους βασικούς ηγέτες της να υιοθετήσουν μια νέα πολιτική και κοινωνική τοποθέτηση, την οποία δεν είχαν καν φανταστεί όταν ξεκινούσαν. Όπως εξήγησε ο Τσε το 1960: "οι βασικοί ηγέτες αυτής της επανάστασης δεν είχαν μια συγκροτημένη πολιτική άποψη" (Σημειώσεις για την μελέτη της ιδεολογίας της Κουβανικής επανάστασης).
Ο αντίκτυπος μεγάλων κοινωνικών γεγονότων και ιδιαίτερα πολέμων και αγώνων ανάμεσα στις διάφορες τάξεις στην κοινωνία, επηρεάζει αποφασιστικά τις πολιτικές απόψεις των ατόμων. Ο Τσε Γκεβάρα για παράδειγμα, ανέπτυξε εμπειρικά τις ιδέες του για το αντάρτικο κατά τη διάρκεια του ίδιου του πολέμου ενάντια στη δικτατορία του Μπατίστα. Ο αντάρτικος αγώνας είχε πράγματι σαν αποτέλεσμα την ριζοσπαστικοποίηση των ίδιων των ηγετών του. Σε ένα γράμμα τον Απρίλη του 1960, ο Τσε έγραφε στον Ερνέστο Σαμπάτο, ένα γνωστό Αργεντινό συγγραφέα: "Ο πόλεμος μας επαναστατικοποίησε. Μ' αυτό τον τρόπο γεννήθηκε η επανάσταση μας, μ' αυτό τον τρόπο σχηματίστηκαν τα συνθήματα μας και έτσι σιγά-σιγά μέσα στην φωτιά των γεγονότων αρχίσαμε να βγάζουμε και θεωρητικά συμπεράσματα για να ολοκληρώσουμε τις ιδέες μας".
Ο Τσε ήτανε πιο πολιτικά ανεπτυγμένος από όλους τους αντάρτες ηγέτες, με την έννοια ότι είχε υιοθετήσει και υποστήριζε μια εναλλακτική ιδεολογία. Από μια μαρξιστική σκοπιά τα θεωρητικά συμπεράσματα που τελικά έβγαλε ήταν λαθεμένα και πολλές φορές αρκετά πρωτόγονα. Όμως, κατόρθωσε παρόλ' αυτά να εξασκεί μια όλο και μεγαλύτερη επιρροή πάνω στον Κάστρο, όσο ο αγώνας προχωρούσε. Ο Τσε αγωνιζόταν για την σοσιαλιστική επανάσταση μ' ένα διεθνιστικό χαρακτήρα, αλλά δεν είχε στο μυαλό του, μ' ένα δουλεμένο τρόπο ούτε τις προοπτικές, ούτε το πρόγραμμα με το οποίο θα πετύχει αυτό τον μεγάλο σκοπό. Όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, οι ιδέες του αναπτύχθηκαν αυθόρμητα και επηρεάστηκαν κύρια από τις προσωπικές του εμπειρίες, παρά από μια πλατιά κατανόηση των ιστορικών γεγονότων και των συμπερασμάτων του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.
Οι διαφωνίες βγήκαν στην επιφάνεια
Μέσα στις γραμμές του Κινήματος της 26ης Ιούλη τα πράγματα δεν παρέμειναν πολιτικά στάσιμα κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Ο Κάστρο ήθελε να επιβάλει τον αντάρτικο στρατό σαν την βασική ηγεσία του κινήματος κάτω από δικό του έλεγχο. Στην αρχή οι διαφορές διατηρήθηκαν μέσα σε ελεγχόμενα όρια. Πρώτα εμφανίστηκαν σε μια συνάντηση το 1957, όταν ορισμένοι από τους ηγέτες στις πόλεις υποστήριξαν ότι ο Κάστρο έπρεπε να φύγει από την Σιέρα Μαέστρα και να οργανώσει μια σειρά από ομιλίες σε διάφορες χώρες με στόχο την άντληση χρημάτων. Αυτή η πρόταση έδειχνε ξεκάθαρα ότι αυτό που ήθελαν ήταν να περιορίσουν την σημασία του αντάρτικου αγώνα στη Σιέρα Μαέστρα. Ο Κάστρο όμως κατόρθωσε να επιβληθεί σχετικά εύκολα σ' εκείνη την συνάντηση και να κερδίσει την πλειοψηφία ενάντια σ' αυτές τις προτάσεις.
Ωστόσο μέσα στους επόμενους μήνες αυτή η διαφορά μεγάλωσε και εξελίχθηκε σε μια ανοικτή πολιτική σύγκρουση ανάμεσα στους "Πεδινούς" και τους ηγέτες των ανταρτών. Οι αντάρτες στην πραγματικότητα πίστευαν ότι οι "Πεδινοί" ηγέτες ήταν φοβιτσιάρηδες και δειλοί και δεν είχαν και πολύ άδικο σ' αυτή τους την εκτίμηση. Στην ουσία στο Εθνικό Διευθυντήριο συμμετείχαν ορισμένα από τα πιο συντηρητικά στρώματα του Κινήματος της 26ης Ιούλη.
Όμως, ένα άλλο πολιτικό στοιχείο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της σύγκρουσης. Αυτοί που συμμετείχαν στον αντάρτικο αγώνα, παρά την αυτοθυσία τους, ανέπτυξαν σιγά-σιγά μια στάση σχετικής περιφρόνησης προς τους κατοίκους των πόλεων. Οι πολύ σκληρές συνθήκες και οι μεγάλες κακουχίες που επιβάλει ο αγώνας στα βουνά, πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει τους αντάρτες της υπαίθρου να ξεγράψουν λαθεμένα τις μάζες στις πόλεις σαν απρόθυμες να αγωνιστούν γιατί ζουν σε πιο προνομιακές συνθήκες. Αυτή η στάση είναι φυσικό να ενισχύεται όταν οι αντάρτες δεν έχουν ξεκάθαρες πολιτικές ιδέες και ιδιαίτερα όταν το αντάρτικο δεν συνδέεται με ένα οργανωμένο κίνημα των εργατών στις πόλεις και δεν έχει μια αποφασισμένη και σοσιαλιστική ηγεσία.
Ο Κάστρο δεν είχε ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους για την προοπτική του αγώνα μετά την ανατροπή της δικτατορίας. Είχε ωστόσο, μια ικανότητα να βασίζεται ευκαιριακά σε διάφορες πολιτικές δυνάμεις για να ενισχύει την δικιά του θέση. Για παράδειγμα στις 12 Ιούλη του 1957, ο Κάστρο υπόγραψε μια συμφωνία με τα γνωστά φιλοκαπιταλιστικά κόμματα των Αυθεντικών και των Ορθοδόξων, που είχαν απορρίψει την πρόσφατη τότε απόπειρα του Μπατίστα να διασώσει το καθεστώς του, καλώντας προεδρικές εκλογές, στις οποίες υποσχόταν ότι δεν θα είναι υποψήφιος.
Η συμφωνία αυτή που έγινε γνωστή σαν η "Συμφωνία της Σιέρα", περιόριζε κατά πολύ τους στόχους του κινήματος της 26ης Ιούλη. Ενώ καλούσε για την παραίτηση του Μπατίστα και απέρριπτε τον σχηματισμό μιας στρατιωτικής χούντας, αποδεχόταν τον διορισμό ενός "ανεξάρτητου" κρατικού λειτουργού σαν μεταβατικού Προέδρου και την προκήρυξη εκλογών μέσα σε 12 μήνες. Το οικονομικό πρόγραμμα αυτής της Συμφωνίας περιοριζόταν απλά και μόνο στην υπόσχεση κάποιας αγροτικής μεταρρύθμισης. Ήταν πολύ πιο μετριοπαθές από το αρχικό πρόγραμμα της Κίνησης της 26ης Ιούλη και είχε βέβαια σαν στόχο, να περιορίσει τις πολιτικές εξελίξεις μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, όταν θα έπεφτε ο Μπατίστα.
Την ίδια ώρα αυτή η Συμφωνία αντανακλούσε το γεγονός ότι το καθεστώς του Μπατίστα έχανε ραγδαία κάθε υποστήριξη που είχε και πως η λαϊκή αντίθεση σ' αυτό μεγάλωνε. Οι αντάρτες του Κάστρο είχαν αρχίσει να κερδίζουν την υποστήριξη στρωμάτων της νεολαίας από τα αστικά κέντρα και την ίδια ώρα είχαν αρχίσει ν' οργανώνονται διαμαρτυρίες στις ίδιες τις πόλεις. Αυτές οι εξελίξεις προκάλεσαν μια σχετική στροφή στη πολιτική του PSP. Ενώ συνέχισε να θεωρεί ότι η στρατιωτική εκστρατεία του Κάστρο ήταν ένας τυχοδιωκτισμός, άρχισαν να γίνονται κάποιες επαφές ανάμεσα στους αντάρτες και το PSP. Η ηγεσία του PSP βέβαια έκανε αυτές τις επαφές με στόχο να προσπαθήσει να πείσει τον Κάστρο ότι οι συνθήκες δεν ήτανε ακόμη ώριμες για ένα ένοπλο κίνημα στην Κούβα και τον καλούσε να περιμένει κάποια πιο ευνοϊκή στιγμή. Οι σχέσεις ανάμεσα στο PSP και στον Κάστρο ήτανε γενικά τεταμένες, αλλά η επαφή διατηρήθηκε.
Το 8ο Συνέδριο του PSP, έγινε το 1957 και σ' αυτό η ηγεσία για πρώτη φορά ανακοίνωσε ότι αναγνωρίζει την "γενναιότητα και ειλικρίνεια" του Κάστρο. Την ίδια ώρα δήλωσε ξεκάθαρα ότι "διαφωνούσε ριζικά με την τακτική και με τα σχέδια" του. Το Συνέδριο αποφάσισε ότι το Κίνημα της 26ης Ιούλη, δεν είχε ακόμη υιοθετήσει μια ξεκάθαρη αντιϊμπεριαλιστική στάση, πράγμα που σήμαινε ότι δεν ήτανε ακόμη αρκετά αντιαμερικανικό και φιλορώσικο. Και κατέληξε ζητώντας να γίνουν εκλογές και να σχηματιστεί ένα "Λαϊκό Μέτωπο" που να περιλαμβάνει "όλη την εθνική αστική τάξη". Αυτές οι θέσεις προκάλεσαν αντιδράσεις μέσα στο κόμμα, ιδιαίτερα στη νεολαία του. Έτσι, το PSP δεν έπαιξε κανένα ρόλο στο επαναστατικό κίνημα στην Κούβα και περιορίστηκε απλά στο να προσπαθεί να συνετίσει τον Κάστρο. Γι' αυτό από το 1958 και μετά, ένας μεγάλος αριθμός νεολαίων μελών του Κόμματος, προσχώρησε στους αντάρτες στα βουνά και ιδιαίτερα στα τμήματα κάτω από την ηγεσία του Τσε και του Ραούλ Κάστρο.
Η είσοδος στην αρένα του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού
Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός άρχισε προφανώς ν' ανησυχεί για την κατάσταση στην Κούβα. Αρχικά, ο βασικός στόχος της Ουάσιγκτον ήταν να προστατεύσει τα επιχειρηματικά της συμφέροντα και να περιορίσει την κοινωνική αναταραχή. Έτσι, συμβούλεψε τον Μπατίστα να "εκδημοκρατιστεί" και να οργανώσει εκλογές, τις οποίες βέβαια θα κέρδιζε κάποιο σίγουρο παραδοσιακό κόμμα. Η εμφάνιση των ανταρτών του Κάστρο, ωστόσο και η συνεχιζόμενη εκστρατεία τους στα βουνά είχε περιπλέξει την κατάσταση.
Γύρω στο 1957-1958 παρουσιάστηκε μια διαφορά γνώμης στην Ουάσιγκτον, για το πως έπρεπε ν' αντιμετωπίσουν την κατάσταση στην Κούβα. Το Υπουργείο Εξωτερικών (State Department), η CIA και το Υπουργείο Αμύνης, ακολουθούσαν το καθένα τις δικές του διαφορετικές πολιτικές, οι οποίες δεν ήταν πάντα συμβατές. Το Υπουργείο Αμύνης και οι Αμερικάνοι στρατιωτικοί στην Κούβα, που συνεργαζόντουσαν στενά και εξόπλιζαν το BRAC (το Αντικομμουνιστικό Κουβανικό Γραφείο), ήθελαν να συνεχίσουν να υποστηρίζουν τον Μπατίστα και να συντρίψουν το αντάρτικο. Την ίδια ώρα το Υπουργείο Εξωτερικών με την συμφωνία της CIA, ήθελε να φύγει ο Μπατίστα για να μπορέσει ν' ελέγξει την κατάσταση. Υπάρχουν μάλιστα στοιχεία που δείχνουν ότι, έκαναν απόπειρες να έρθουν σε επαφή και να εξαγοράσουν το Κίνημα της 26ης Ιούλη και τον Κάστρο, για να είναι εξασφαλισμένοι στην περίπτωση που κατόρθωνε ν' ανατρέψει τον Μπατίστα.
Σύμφωνα με τον Γιούρι Παπόρωφ, στέλεχος της KGB, η CIA έστειλε μέσα από διάφορα κανάλια χρήματα στο Κίνημα της 26ης Ιούλη. Αυτό επιβεβαιώθηκε κι από τον Τάντ Σούλτς, τον επίσημο βιογράφο του Κάστρο, ο οποίος υποστηρίζει ότι αυτό έγινε ανάμεσα στο 1957-1958, μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Σιέρα Μαέστρα. Η δυναμική όμως της επαναστατικής διαδικασίας μαζί με ζητήματα εθνικού κύρους και ατομικού συμφέροντος έκαναν το στόχο αυτό πάρα πολύ δύσκολο και τελικά αδύνατον.Ετσι, η πολιτική αυτή άλλαξε αργότερα όταν φάνηκε καθαρά ότι δεν θα μπορούσαν μ' αυτόν τον τρόπο να ελέγξουν ούτε τον Κάστρο, ούτε το κίνημα του.
Την ίδια ώρα η απήχηση του Τσε ολοένα και μεγάλωνε και είχε γίνει πια γνωστός σαν ο βασικός "κομμουνιστικός πόλος" μέσα στις αντάρτικες δυνάμεις. Αυτό το γεγονός επέτεινε την ένταση ανάμεσα στον Τσε και στα αντικομμουνιστικά στελέχη μέσα στις γραμμές του Κινήματος της 26ης Ιούλη και ιδιαίτερα σε τμήματα της ηγεσίας των "Πεδινών". Γι' αυτό κι αυτός προχώρησε στην δημιουργία δικών του γραμμών ανεφοδιασμού, αποκλείοντας την τοπική ηγεσία των "Πεδινών" στην επαρχία Οριέντε, της οποίας ηγέτης ήταν ο Ντάνιελ, μέλος του Διευθυντηρίου. Οι πρωτοβουλίες όμως αυτές του Τσε, υπονόμευαν το κύρος του Ντάνιελ και αμέσως προκάλεσαν σύγκρουση. Η ηγεσία των "Πεδινών" ζήτησε από τον Κάστρο να πάρει θέση.
Πίσω όμως από αυτή τη σύγκρουση βρισκόταν ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα, που ήταν και η βασική αιτία της αυξανόμενης καχυποψίας που υπήρχε ανάμεσα στον Τσε και την ηγεσία των "Πεδινών". Η διχόνοια αυτή κορυφώθηκε με αφορμή μια νέα πολιτική πρωτοβουλία, την δημιουργία δηλαδή μιας "Επαναστατικής Κυβέρνησης Συνασπι